Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Δημοσιονομική κρίση χρέους και νεοφιλελεύθερες μυθοπλασίες (αναδημοσίευση από www.erensep.org)

                                              του Καλλίνικου Νικολακόπουλου*
Στην Ελλάδα έχει εμπεδωθεί ο μύθος της νεοφιλελεύθερης αφήγησης, παρουσιάζοντας την αποκρουστική εικόνα ενός Γολιάθ "υπερτροφικού"-"αδηφάγου" κράτους, με υπερπληθώρα άχρηστων δημοσίων υπαλλήλων. Τα σχετικά πρόσφατα όμως στατιστικά στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2013, κατατάσσουν τη χώρα μας στην 31η θέση μεταξύ των 33 χωρών-μελών του με τον μικρότερο αριθμό δημοσίων υπαλλήλων, ως ποσοστό του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ανερχόμενο σε 8,5%, ενώ ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 15,5%.
Πίνακας 1: Αριθμός δημοσίων υπαλλήλων ως ποσοστό του οικονομικά ενεργού πληθυσμού
Χώρες ΟΟΣΑ15,5%
Χώρες ευρωζώνης17%
   Χώρες σκληρού «πυρήνα» – βορρά
      Βέλγιο17,5%
      Ολλανδία13%
      Γερμανία10,5%
   Χώρες περιφέρειας – νότου
      Ιταλία14%
      Ισπανία13%
      Πορτογαλία12,5%
      Ελλάδα8,5%
Χώρες Ε.Ε.
   Δανία30%
   Σουηδία26%
   Βρετανία17,5%
ΗΠΑ14,9%
Πηγή: ΟΟΣΑ (2013)
Το κόστος της δημόσιας διοίκησης της χώρας μας είναι 12,4% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της ευρωζώνης ανέρχεται σε 21,4%.
Πίνακας 2: Κόστος δημόσιας διοίκησης ως ποσοστό του ΑΕΠ
Χώρες ευρωζώνης21,4%
   Χώρες σκληρού «πυρήνα» – βορρά
      Ολλανδία28,5%
      Φινλανδία25,2%
      Γαλλία24,8%
      Βέλγιο24,8%
      Γερμανία20%
      Αυστρία18,7%
   Χώρες περιφέρειας – νότου
      Ισπανία19,7%
      Ιταλία19,2%
      Πορτογαλία18,2%
      Ιρλανδία16,3%
      Ελλάδα12,4%
Πηγή: ΟΟΣΑ (2013)
Το ιδεολογικό κατασκεύασμα του νεοφιλελευθερισμού, εντοπίζει ως παθογένεια της ελληνικής οικονομίας τον υπερμεγέθη δημόσιο τομέα εντελώς ατεκμηρίωτα, εμμένοντας σε μία πολιτική που βασίζεται στη διαρκή περικοπή του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και περιστολή των δημοσίων δαπανών, ενθαρρύνοντας την ιδιωτικοποίηση των πάντων. Στην πραγματικότητα, αυτή η πολιτική δεν απελευθερώνει τον ιδιωτικό τομέα από τον εναγκαλισμό του δημοσίου, αλλά λειτουργεί ανατροφοδοτώντας διαρκώς το καθοδικό σπιράλ της οικονομική ύφεσης, με τη συρρίκνωση της ενεργής ζήτησης.
Οι δημόσιες δαπάνες συρρικνώνονται, ειδικά αυτές που αφορούν στην κοινωνική προστασία, και οι κοινωνικές παροχές, χαρακτηριζόμενες ως "παρασιτικές", περικόπτονται συνεχώς για να περιορισθεί το μέγεθος του κράτους στην οικονομία. Ενώ οι κοινωνικές δαπάνες στο σύνολο της ευρωζώνης ανέρχονται στο 15,9% του ΑΕΠ, στη χώρα μας είναι 13,5%. Οι ευρωπαϊκές χώρες-πρότυπα, κατά τους νεοφιλελεύθερους "φωστήρες", είναι η Λετονία, η Ρουμανία, η Λιθουανία και η Βουλγαρία με αντίστοιχα ποσοστά κοινωνικών δαπανών του ΑΕΠ (βλ. πίνακα 3).
Πίνακας 3: Κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ
Χώρες ευρωζώνης15,9%
   Γαλλία19,1%
   Ολλανδία17,1%
   Γερμανία16,9%
   Αυστρία16,4%
   Φινλανδία15,9%
   Ελλάδα13,5%
   Λετονία11,3%
   Λιθουανία8,1%
Ρουμανία8,7%
Βουλγαρία7,6%
Πηγή: ΟΟΣΑ (2013)
Οι προβληματικότερες χώρες, είναι αυτές με το μικρότερο ποσοστό, ως προς το ΑΕΠ, κοινωνικών δαπανών που πάραυτα δεν μπορούν να εξέλθουν από τον φαύλο κύκλο της υπανάπτυξης. Υπάρχουν χώρες με πληθυσμιακό μέγεθος μικρότερο της Ελλάδας (π.χ. Βέλγιο, Φινλανδία), με μεγαλύτερες ποσοστιαίες κοινωνικές δαπάνες, που η πραγματοποίησή τους δεν αντιμετωπίζεται ως "αντι-οικονομική" αλλά ως προϋπόθεση επίτευξης υψηλών οικονομικών επιδόσεων.
Η υποτιθέμενη υπερφορολόγηση των επιχειρήσεων και του πλούτου, ως δικαιολογία της επενδυτικής καχεξίας στην Ελλάδα, είναι ένας ακόμη διαδεδομένος μύθος του νεοφιλελευθερισμού. Ενώ όμως ο μέσος όρος της φορολόγησης του πλούτου στην ευρωζώνη είναι 12,5% του ΑΕΠ, στην Ελλάδα ανέρχεται μόλις και μετά βίας στο 10%, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat.
Πίνακας 4: Φορολόγηση του πλούτου ως ποσοστό του ΑΕΠ
Χώρες ευρωζώνης12,5%
   Βέλγιο16,9%
   Φινλανδία16,4%
   Ιταλία15%
   Λουξεμβούργο14,4%
   Ιρλανδία13,6%
   Αυστρία13,6%
   Γερμανία12,4%
   Γαλλία12,4%
   Ελλάδα10%
Δανία31,4%
Βρετανία15,2%
ΗΠΑ12,9%
Πηγή: Eurostat (2013)
Στην Ελλάδα έχουν βαπτισθεί ως "υπερφορολόγηση" η φοροαποφυγή, η φοροδιαφυγή, η αποφορολόγηση και η υποφορολόγηση. Το δημόσιο χρέος είναι το παρελθόν σωρευτικό έλλειμμα των κρατικών οικονομικών απολογισμών, δηλαδή η υστέρηση των πραγματοποιηθέντων δημοσίων εσόδων έναντι των δημοσίων δαπανών. Ενώ το ποσοστό των ελληνικών δημοσίων δαπανών προσέγγιζε τον αντίστοιχο ποσοστιαίο μέσο όρο της ΕΕ, τα ποσοστό των ελληνικών δημοσίων εσόδων παρουσίαζε ακραία υστέρηση έναντι του αντίστοιχου ποσοστιαίου μέσου όρου της ΕΕ, με μέσο όρο υστέρησης 7% του ΑΕΠ, τη δεκαπενταετία που προηγήθηκε της κρίσης, ενώ η απόκλιση των φορολογικών εσόδων προσέγγιζε το 10% του ΑΕΠ.
Η ύπαρξη αυτών των χαρακτηριστικών υστερήσεων, κάνει εμφανέστατο το γεγονός της πραγματικής υποφορολόγησης του πλούτου στη χώρα μας, υποδηλώνοντας τη γενναιόδωρη συμπεριφορά του αστικού μπλοκ εξουσίας έναντι των παραδοσιακών κοινωνικών στηριγμάτων του εργοδοτών και αυτοαπασχολούμενων, που φοροδιέφευγαν προκλητικά όταν δεν είχαν θεσπισμένη νόμιμη φοροαποφυγή και απολάμβαναν μια ιδιότυπη φορολογική ασυλία.
H κυβέρνηση, μέσω της άμεσης φορολογίας εισοδήματος, συνεχίζει αμείωτα τη φορολογική επιδρομή στα εισοδήματα μισθωτών, συνταξιούχων και ευρέων λαϊκών μαζών που έρχεται να συμπληρώσει την άγρια περικοπή μισθών, συντάξεων και κοινωνιών παροχών, εξυπηρετώντας τον κύριο  στόχο των μνημονίων, που δεν είναι άλλος από την τεράστια επιχειρούμενη αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των υψηλών εισοδηματικών τάξεων, και υπερασπίζοντας τα οικονομικά και άλλα συμφέροντα των εγχώριων και υπερεθνικών ευρωπαϊκών νεοφιλελεύθερων ελίτ. Έτσι επιτείνεται η διάλυση της όποιας κοινωνικής συνοχής και η αποσάθρωση της κοινωνίας, που έχουν προκληθεί από την πελώρια ύφεση και ανεργία, την κατάρρευση του εθνικού συστήματος υγείας και κοινωνικού κράτους πρόνοιας, την μαζική φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, την τεράστια αύξηση των αυτοκτονιών κλπ.
Η καταστροφική διαχείριση της ευρωπαϊκής κρίσης, της οποίας μέρος είναι η ελληνική, από τις νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές ελίτ, με τη συμμετοχή και συνενοχή και των εγχώριων ελληνικών ελίτ, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα προσπάθειας υπέρβασής της υπέρ του κεφαλαίου και εις βάρος των δυνάμεων της εργασίας. Όταν ακόμη και το ΔΝΤ, είχε προτείνει το 2010 την απομείωση – κούρεμα του ελληνικού δημόσιου χρέους, για να καταστεί διαχειρίσιμο, οι ευρωπαϊκές ελίτ μετέφεραν μέσω των μνημονίων το μεγαλύτερο μέρος του χρέους, που οφειλόταν στα ευρωπαϊκά ιδιωτικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στις χώρες-μέλη για να τα διασώσουν από τις ενδεχόμενες απώλειες.
Κύριο επιχείρημα για αποφυγή του κουρέματος, ήταν η δέσμευση ότι οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες θα απέσυραν από την κυκλοφορία τα ελληνικά κρατικά ομόλογα μη ζητώντας την αποπληρωμή τους, ενώ αυτές  προέβησαν τελικά σε αθρόες κερδοσκοπικές κινήσεις σε αυτά, επιδεινώνοντας περαιτέρω τη θέση της Ελλάδας.
Η ευρωπαϊκή νεοφιλελεύθερη μυθοπλασία, διατείνεται ότι για το αδιέξοδο στο οποίο οδηγούν την ευρωζώνη, δεν ευθύνονται οι επιλογές της ακραίας εμμονικής λιτότητας και ύφεσης, αλλά οι ελλειμματικές χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας – νότου. Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη συλλογιστική, ο κίνδυνος διάλυσης της ευρωζώνης δεν προέρχεται από την ολέθρια διαχείριση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, αλλά από τα "ασθενή" μέλη της ΟΝΕ.
Ο τυφώνας της λιτότητας και τρομακτικής ανεργίας, δεν πλήττει πλέον μόνο τις ελλειμματικές και υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης, αλλά έχει επεκταθεί βαθμιαία στις πλεονασματικές και πιστώτριες χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου – βορρά. Η απλή λογική υποδεικνύει, ότι εφόσον τα 2/3 των επιτευχθέντων γερμανικών εμπορικών πλεονασμάτων προέρχονται από την ευρωζώνη, η ραγδαία συρρίκνωση της ενεργής ζήτησης, μέσω πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης, των ελλειμματικών χωρών θα μειώσει σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα απόσπασης πλεονασμάτων. Η εφαρμογή των υφεσιακών συνταγών, επιρρίπτει το κόστος της προσαρμογής σε όσους δεν έχουν ευθύνη, προσπαθώντας να μη θίξει τις πραγματικά υπεύθυνες νεοφιλελεύθερες ελίτ που έχουν αναλάβει εργολαβικά την διεκπεραίωση της "κάθαρσης".
Η τιμωρητική λογική, ωθεί στην ανεργία διαρκώς μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και στον παροπλισμό παραγωγικό κεφάλαιο και εξοπλισμό, όταν είναι γνωστό ότι η αποτελεσματικότητα-αποδοτικότητα των οικονομικών συστημάτων, σύμφωνα και με την κλασική-νεοκλασική και κεϋνσιανή θεώρηση, επιτυγχάνεται με την πλήρη απασχόληση και την αξιοποίηση και των λιγότερο αποδοτικών παραγωγικών συντελεστών.
Στην ευρωζώνη σήμερα το συνολικό εμπορικό ισοζύγιο είναι πλεονασματικό, το δημόσιο έλλειμμα ανέρχεται στο 4,1% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος στο 95%. Στη χώρα μας, η σωρευτική ύφεση έχει υπερβεί το 25%, η επίσημη ανεργία προσεγγίζει το 30% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού (65% στους νέους), οι ιδιωτικές επενδύσεις είναι αρνητικές και οι δημόσιες μειωμένες άνω του 30%, ενώ το δημόσιο χρέος έχει υπερβεί το 180% του ΑΕΠ. Οι οικονομικές πολιτικές που επιβλήθηκαν από τις ευρωπαϊκές νεοφιλελεύθερες ελίτ, όχι μόνο δεν ελαφρύνουν την κρίση και τις συνέπειές της, αλλά την επιδεινώνουν περαιτέρω καθιστώντας την ουσιαστικά ανεπίλυτη για τις δυνάμεις της εργασίας.
Οι όποιες ελληνικές ιδιομορφίες είχαν προταχθεί, καθώς και άλλων υπερχρεωμένων χωρών της περιφέρειας, έχει αποδειχθεί ότι ήταν το πρόσχημα για να επιβληθεί η νεοφιλελεύθερη ατζέντα των κυρίαρχων ελίτ περί μη ύπαρξης εναλλακτικής (TINA-There Is No Alternative). Οι περικοπές δημοσίων δαπανών και εισοδημάτων, η πρόταξη της ανταγωνιστικότητας και η "εξυγίανση" μέσω εσωτερικής υποτίμησης, καθώς και η συρρίκνωση του εθνικού εισοδήματος με την καταρρέουσα οικονομία σε ύφεση και υπερχρεωμένη και τη ζήτηση εξασθενημένη, είναι προμελετημένο έγκλημα.
Το ελληνικό πρόβλημα, δεν είναι τελικά διαφορετικό από το ισπανικό, το ιρλανδικό, το πορτογαλικο κλπ. Ενώ στην περίπτωση της χώρας μας, η υπερχρέωση ήταν απευθείας του δημόσιου τομέα, στις άλλες περιπτώσεις ξεκίνησε από τον ιδιωτικό τομέα, ειδικότερα τον τραπεζικό-χρηματοπιστωτικό, για να καταλήξει όμως επίσης ως πρόβλημα δημόσιας υπερχρέωσης. Οι χρηματοπιστωτικές ‘φούσκες’ δημιουργήθηκαν από τον ιδιωτικό τομέα, ενώ το κράτος επιστρατεύθηκε για τη διάσωσή του επωμιζόμενο τα χρέη του.
Στην Ελλάδα έχουμε έναν ιδιωτικό τομέα που είναι εξαιρετικά κρατικοδίαιτος, ενώ η δημοσιονομική κρίση υπήρξε σε όλες τις χώρες δευτερογενής, και όχι πρωτογενής, συνέπεια της κρίσης του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού τομέα. Ενώ οι τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δημιούργησαν την κρίση, με την υπεραφθονία χορήγησης επισφαλών δανείων και τη δημιουργία αμέτρητων παράγωγων προϊόντων χρηματοοικονομικής "μηχανικής", απαίτησαν και επέβαλαν τη διάσωσή τους από τα κράτη με χρήματα των φορολογουμένων που αφαιρέθηκαν από παραγωγικές οικονομικές δραστηριότητες, επιφέροντας πανευρωπαϊκά την ύφεση.
Παρά το αδιαμφισβήτητο γεγονός, της ευθύνης του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού τομέα στη δημιουργία των  ελλειμμάτων και την υπερχρέωση των οικονομιών, η νεοφιλελεύθερη μυθοπλασία ενοχοποιεί τον δημόσιο τομέα που τάχα είναι υπερδιογκωμένος και παρασιτικός πανευρωπαϊκά και επιβαρύνει το κόστος λειτουργίας και την ανταγωνιστικότητα του ιδιωτικού τομέα! Με τον τρόπο αυτό, ο χρηματοπιστωτικός τομέας ‘ρούφηξε’ όλη τη ρευστότητα της οικονομίας και μετέτρεψε τα κράτη σε τυφλά όργανα εξυπηρέτησής του, σε βάρος βέβαια της πραγματικής παραγωγικής οικονομικής δραστηριότητας.
Η συνεχιζόμενη αδιέξοδη νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης στην Ελλάδα, από τη νεο-μνημονιακή κυβέρνηση του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ, επί τα χείρω μάλιστα, απλά ολοκληρώνει την μετατροπή της χώρας σε προτεκτοράτο-αποικία χρέους των δανειστών.
Δεν υπήρξε επεξεργασία ενός εναλλακτικού σχεδίου μετάβασης σε εθνικό νόμισμα, εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, για κάθε πιθανό ενδεχόμενο, δαιμονοποιώντας το νόμισμα και όχι τις πολιτικές που το συνοδεύουν. Μία πιθανή έξοδος από την ευρωζώνη, αφού προηγηθεί στάση πληρωμών στο εξωτερικό δημόσιο χρέος και μονομερής διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ως απεχθούς και επονείδιστου μετά από πραγματοποίηση ελέγχου του από διεθνή επιτροπή λογιστικού ελέγχου,  δεν είναι αφ’ εαυτού της λύση για πάσα νόσο της ελληνικής οικονομίας.
Αποτελεί ένα δύσβατο μονοπάτι που επιβάλλεται εξ ιδίας ανάγκης στην Ελλάδα. Η έξοδος από την ευρωζώνη πιθανότατα θα σημάνει την απαρχή διάλυσης της τελευταίας, γιατί όποιος κρίκος αυτής της νομισματικής–οικονομικής αλυσίδας σπάσει, αυτή θα αποσυντεθεί.
Αντίθετα, μία πιθανή έξοδος  μπορεί να σημάνει, υπό προϋποθέσεις, την υιοθέτηση πολιτικών παραγωγικής ανασυγκρότησης, που για να επιτύχουν θα απαιτήσουν τη βαθμιαία αλλαγή των σχέσεων παραγωγής, μείωσης της ανεργίας, αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος και οικονομικής ανάπτυξης, με κοινωνική δικαιοσύνη και αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των κατώτερων τάξεων, μέσω άσκησης κατάλληλων φορολογικών πολιτικών, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο και την κρατικοποίηση υπό κοινωνικό έλεγχο των τραπεζών που επανακεφαλαιοποιήθηκαν με χρήματα που χρεώθηκαν στον ελληνικό λαό.

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, 2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα οικονομικά και διοίκηση μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ερευνών Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής,  email : nikokal02@yahoo.gr website :  www.kallinikosnikolakopoulos. blοgspot.com 

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις διαγραφής δημόσιου χρέους (Αργεντινή, Ισημερινός, Γερμανία) - (Αναδημοσίευση από το 10ο φύλλο 22/7/2016 της εφημερίδας ‘Έξοδος 133’)

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις διαγραφής δημόσιου χρέους (Αργεντινή, Ισημερινός, Γερμανία)
του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*

Η άρνηση πληρωμής δημόσιου χρέους είναι έννομη πράξη, κατά το διεθνές δίκαιο, ενώ αρκετές χώρες, κατά τη διάρκεια των 200 τελευταίων περίπου ετών, έχουν προσφύγει σε αυτή, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης που έχει κηρύξει ήδη τέσσερις επίσημες πτωχεύσεις. Πρόσφατες χαρακτηριστικές περιπτώσεις χωρών, με αντιφατικές εμπειρίες, πού αρνήθηκαν στην πορεία την ‘βοήθεια’ του ΔΝΤ ή και διέγραψαν μεγάλο ποσοστό του δημόσιου χρέους τους για να αναδειχθούν τα προβλήματα εφαρμογής των ‘προγραμμάτων αρωγής’ καθώς και οι υπάρχουσες δυνατότητες στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους, είναι αυτές της Αργεντινής και του Ισημερινού-Εκουαδόρ. Χαρακτηριστική είναι επίσης η περίπτωση της Γερμανίας που, σύμφωνα με τη συνθήκη του Λονδίνου του 1953, διέγραψε το 63% του δημόσιου χρέους της επιτρέποντας τη γρήγορη ανάκαμψή της από τις στάχτες του παγκόσμιου πολέμου, που προκάλεσε-επέβαλε η ίδια , και την μεταπολεμική πανευρωπαϊκή κυριαρχία της.
-Τη χρονική περίοδο 1999-2002, η Αργεντινή κλονίσθηκε από μία φοβερή κοινωνικο-οικονομική κρίση, μετά από μια δεκαετία μεγάλης πτώσης του πληθωρισμού, σταθεροποίηση των τιμών και σταδιακή αύξηση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της, λόγω της πολιτικής σύνδεσης του αργεντίνικου πέσο με το αμερικανικό δολάριο. Η χώρα, είχε ιστορικό υπερ-πληθωρισμού επί δεκαετίες και η σύνδεση αυτή των δύο νομισμάτων είχε εκληφθεί ως λύση που επέλυε όλα τα προβλήματα. Παρά την τιθάσευση του πληθωρισμού, η παραγωγικότητα της οικονομίας της έμενε στάσιμη ενώ η παραγωγικότητα εμπορικών εταίρων της Αργεντινής (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ν.Α. Ασία, Κίνα, άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής) βελτιωνόταν με γρήγορους ρυθμούς. Η σταθερή σύνδεση πέσο–δολαρίου, δεν επέτρεπε τις απαραίτητες υποτιμήσεις του νομίσματος, που ήταν αναγκαίες, για να εξακολουθήσουν να παραμένουν ανταγωνιστικά τα προϊόντα της Αργεντινής συγκριτικά με τα ξένα ανταγωνιστικά. Οι εισαγωγές προϊόντων ήταν φθηνές, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων προϊόντων και οδηγώντας σε σταδιακή μείωση της παραγωγικής δραστηριότητας της χώρας και διόγκωση της ανεργίας, χειροτερεύοντας το εμπορικό ισοζύγιο και μειώνοντας τα κρατικά έσοδα, προκαλώντας τη διαρκή αύξηση των εμπορικών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους. Εξαιτίας της εισροής ξένων κεφαλαίων και των σχετικά χαμηλών τιμών γης και άλλων περιουσιακών στοιχείων, δεν ήταν εμφανές το μέγεθος του προβλήματος που θεωρήθηκε διαχειρίσιμο. Όταν όμως άρχισε η έξοδος των ξένων επενδυτών αλλά και των εγχώριων εισοδηματιών, με φυγή κεφαλαίων και ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων, συνειδητοποιήθηκε η τεράστια έκταση του προβλήματος. Η τότε κυβέρνηση της Αργεντινής, αντί της άμεσης αποσύνδεσης του πέσο από το δολάριο και της άμεσης υποτίμησής του, ωσότου επέλθει ισορροπία, προτίμησε τον δανεισμό τεράστιων ποσών από ιδιώτες και το ΔΝΤ, με στόχο τη διαφύλαξη της σύνδεσης της ισοτιμίας πέσο–δολαρίου με αναλογία ανταλλαγής 1 προς 1, υπό την ασφυκτική πίεση και καθοδήγηση του ΔΝΤ. Όταν ολοκληρώθηκε η έξοδος των χρημάτων ξένων και εγχώριων επενδυτών από τη χώρα (λόγω της διατήρησης σταθερής αυτής της νομισματικής ισοτιμίας), το σύστημα κατέρρευσε ολοσχερώς (1999) και το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κατά 4%, που ήταν το πρώτο στάδιο μιας τριετούς περιόδου ύφεσης που κατέληξε σε πλήρη διάλυση του πολιτικού και οικονομικού σκηνικού. Όταν το 2001 οι κάτοικοι, ευρισκόμενοι σε κατάσταση πανικού, άρχισαν την μαζική απόσυρση των καταθέσεών τους από τις τοπικές τράπεζες και την μεταφορά τους σε τράπεζες του εξωτερικού, η κυβέρνηση του Φερνάντο ντε λα Ρούα αποφάσισε το ‘πάγωμα’ των καταθέσεων επί 12μηνο, προκαλώντας τεράστια κοινωνική αναταραχή και βίαιες διαδηλώσεις, με συνέπεια τη φυγάδευσή του από τη χώρα με ελικόπτερο τον Δεκέμβριο του 2001. Ο Αδόλφο Ροντρίγκες Σάα, που τον διαδέχθηκε στην προεδρία, προσπάθησε να εφαρμόσει ένα νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, που δεν απέφερε τα αναμενόμενα και εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση. Την περίοδο 2001-2002 το ΑΕΠ μειώθηκε 21%, η επίσημη ανεργία ανήλθε στο 23%, το ποσοστό του ευρισκόμενου κάτω από το όριο της φτώχειας πληθυσμού ήταν 57% και το δημόσιο χρέος ανήλθε σε 140 δις δολάρια. Τον Ιανουάριο του 2002, τερματίσθηκε η πολιτική της σταθερής ισοτιμίας και το πέσο οδηγήθηκε σε ελεύθερη πτώση, εκτινάσσοντας τον πληθωρισμό και την ανεργία σε δυσθεώρητα ύψη. Η ποιότητα ζωής του μέσου πολίτη μειώθηκε κατακόρυφα, πληθώρα επιχειρήσεων οδηγήθηκε σε πτώχευση και τα εισαγόμενα προϊόντα έγιναν σε πραγματικές τιμές απλησίαστα, ενώ η ονομαστική αξία των μισθών είχε παραμείνει στα επίπεδα προ κρίσης. Εξαιτίας όμως της ‘γενναίας’ υποτίμησης του πέσο, οι εξαγωγές έγιναν φθηνές και ο τουρισμός αυξήθηκε, οδηγώντας την οικονομία στην επανάκτηση της ανταγωνιστικότητάς της. Επίσης λόγω της αύξησης της τιμής της σόγιας στην παγκόσμια αγορά, καθώς και άλλων προϊόντων (κρέατα-δημητριακά), που προκλήθηκε από την ανάπτυξη της Κίνας, υπήρξε μαζική εισροή κεφαλαίων στην οικονομία της χώρας, που λειτούργησε ως τονωτική ένεση, οδηγώντας την σε επανεκκίνηση.
Το 2003 ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της Αργεντινής Νέστωρ Κίρχνερ, μετά από περίοδο φοβερής πολιτικής αστάθειας και κοινωνικής εξαθλίωσης, λόγω της εφαρμογής των προγραμμάτων του ΔΝΤ, κήρυξε μονομερή στάση πληρωμών, υποτίμησε περαιτέρω το πέσο κατά 28% και εθνικοποίησε σημαντικούς τομείς της οικονομίας, αρνούμενος την αναγνώριση του δημόσιου χρέους. Το επιχείρημά του ήταν ότι το χρήμα που δανείσθηκε η χώρα, δεν χρησιμοποιήθηκε προς όφελος του λαού, αλλά διοχετεύθηκε στην εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων. Μία ομάδα εξουσιοδοτημένων από τον ΟΗΕ επιθεωρητών, αφού έλεγξαν το περιεχόμενο του χρέους, έκριναν ότι το μεγαλύτερο μέρος δεν μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμο. Το 2005, μετά από σειρά σκληρών διαπραγματεύσεων, η χώρα κατόρθωσε να επιτύχει την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους προς τους ιδιώτες επενδυτές με μία έκπτωση 25%-35% της αρχικής ονομαστικής αξίας των ομολόγων και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής (μέσω ανταλλαγής των παλαιών ομολόγων με νέα μικρότερης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας). Σε αντίθεση με τους ιδιώτες επενδυτές, το ΔΝΤ κράτησε αρχικά σκληρή στάση μη αποδεχόμενο επαναδιαπραγμάτευση των όρων του δανείου του, αλλά μετά από πολύμηνες σκληρές διαπραγματεύσεις, έγινε κατορθωτή η περικοπή του 70% του χρέους του και συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του υπολοίπου με δεσμευτικούς όρους. Τον Δεκέμβριο του 2005, ο Κίρχνερ ανακοίνωσε ότι τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας επαρκούσαν για την κάλυψη των υποχρεώσεών της και το 2006, εκμεταλλευόμενη η χώρα τα πλεονάσματα λόγω της οικονομικής ανάπτυξης, αποπλήρωσε με το ποσό των 9,5 δις δολαρίων το χρέος της προς το ΔΝΤ. Την περίοδο εκείνη το ΔΝΤ, λόγω της παταγώδους αποτυχίας του τόσο στην περίπτωση της Αργεντινής όσο και σε εκείνη της κρίσης της Ν.Α. Ασίας, υπέστη φοβερή απαξίωση και κόντεψε να παύσει να υφίσταται, ώσπου η κρίση της Ελλάδας και των λοιπών χωρών της ευρωζώνης το επανακατέστησε  ενεργό στη διεθνή οικονομική πραγματικότητα. Με αφορμή την κήρυξη επιλεκτικής χρεοκοπίας από τους περιώνυμους διεθνείς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης τον Αύγουστο του 2014, λόγω άρνησης υποταγής της χώρας σε μία παράλογη απόφαση αμερικάνικου δικαστηρίου που δικαίωσε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο-‘γύπα’, που αρνήθηκε να αποδεχθεί τη συμφωνία της συντριπτικής πλειοψηφίας των διεθνών επενδυτών με τη χώρα, να επισημάνουμε ότι αν και είναι αποκλεισμένη από τις διεθνείς ομολογιακές αγορές από τότε, αναπτύσσεται ταχύτατα με κατά κεφαλή ΑΕΠ 14.760 δολάρια το 2013 έναντι 3.285 δολαρίων το 2002, με τελευταίους ρυθμούς ανάπτυξης 8,9% το 2011, 1,9% το 2012 και 3,5% το 2013, έχοντας βρει αλλού χρηματοδότες των επενδυτικών της σχεδίων (BRICS και ειδικότερα Κίνα και Ρωσία), και συνολικό δημόσιο χρέος που ανέρχεται σε μόλις 44% του τρέχοντος ΑΕΠ της με περίπου 70% αυτού να είναι σε πέσος και ευρώ και όχι σε δολάρια.
-Ο Ισημερινός-Εκουαδόρ, με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού Ραφαέλ Κορέα, πρώην Υπουργού Οικονομικών και προέδρου της χώρας, που επέστρεψε στην εξουσία το 2007, κάλεσε το ΔΝΤ για επαναδιαπραγμάτευση του χρέους. Δεν προέβη σε άρνηση πληρωμής του χρέους αμέσως, αλλά ξεκίνησε τη διαδικασία του διεθνούς λογιστικού ελέγχου με τη συγκρότηση διακομματικής επιτροπής υπό τον γενικό εισαγγελέα της χώρας με τη συμμετοχή ενός ανώτερου κληρικού και τη συνεργασία Μη-κυβερνητικής Οργάνωσης, ξένων οικονομολόγων και νομικών αυξημένου κύρους. Έπειτα από σχεδόν ένα έτος εργασίας, η επιτροπή λογιστικού ελέγχου συνέστησε στην κυβέρνηση του Ισημερινού να κηρύξει στάση πληρωμών για τα 3,2 δισ. δολάρια εξωτερικού χρέους, που αφορούσαν στα λεγόμενα «διεθνή ομόλογα» (Global Bonds), που έληγαν το 2012, το 2015 και το 2030 και ήταν αποτέλεσμα προηγούμενης αναδιάρθρωσης χρέους το 2000, μετά τη στάση πληρωμών του 1999. Ο Κορέα, ακολουθώντας τη σύσταση της επιτροπής και επικαλούμενος συγκεκριμένες σκανδαλώδεις συμβάσεις, κήρυξε στάση πληρωμών τον Δεκέμβριο του 2008, απευθυνόμενος στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, που υποστήριξε την επιλογή του και αναγνώρισε το δικαίωμα της χώρας να μην αποπληρώσει χρέη που δημιουργήθηκαν από προηγούμενες διεφθαρμένες κυβερνήσεις. Οι ρίζες της κρίσης χρέους του Ισημερινού, ανάγονται στην περίοδο 1976-1979, όταν το τότε δικτατορικό καθεστώς της χώρας συνομολόγησε χρέος 3,4 δισ. δολαρίων, που τα 2/3 του κατευθύνθηκαν στη χρηματοδότηση στρατιωτικών εξοπλισμών. Μόνο το 2007 ο Ισημερινός, πλήρωνε περισσότερα από 1,75 δισ. δολάρια για την εξυπηρέτηση του χρέους, περισσότερα από όσα η κυβέρνηση δαπάνησε για την υγεία, την κοινωνική πρόνοια, την κατοικία, την αστική ανάπτυξη και το περιβάλλον μαζί. Ο λογιστικός έλεγχος του χρέους, κατέληξε σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα: όπως το ότι εκπρόσωποι των τραπεζών Smith Barney (ανήκει σήμερα στη Citigroup) και JP Morgan προχώρησαν σε αναδιάρθρωση χρέους το 2000, χωρίς την έγκριση της χώρας, χρεώνοντας επιτόκια 10% και 12% και ότι υπήρξαν παρατυπίες στην έκδοση ομολόγων, που έρχονταν σε αντίθεση ακόμη και με αυτούς τους κανονισμούς της πανίσχυρης Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Ακόμη οι συμφωνίες έκδοσης ομολόγων, δεν ήταν σύννομες με το Σύνταγμα της χώρας και οι ανάδοχοι της έκδοσης είχαν ασυλία έναντι των οποιωνδήποτε ζημιών που είχαν σχέση με την έκδοση των «διεθνών ομολόγων», απαλλάσσοντάς τους από την οποιαδήποτε έκθεση σε κίνδυνο. Η απόφαση στην αρχή προκάλεσε κάποιες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, χωρίς όμως ιδιαίτερη συνέχεια, όπως σε άλλες κρίσεις ομολόγων, π.χ. αυτήν του Μεξικού το 1994. Η στάση πληρωμών του Κορέα, συνοδεύθηκε από αναδιάρθρωση χρέους (το Εκουαδόρ θα πληρώσει 35 σεντς για κάθε δολάριο) και βέβαια από μια ριζική αναθεώρηση του οικονομικού προσανατολισμού της χώρας, με έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της. Ο Ισημερινός αποκλείσθηκε από τις αγορές, σύναψε ωστόσο διμερείς συμφωνίες δανεισμού με την Κίνα ύψους 3 δισ. δολαρίων, με αντάλλαγμα τις εξαγωγές πετρελαίου και τη χρηματοδότηση ενός υδροηλεκτρικού έργου. Τα οξύτατα προβλήματα φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού δεν έχουν επιλυθεί, αλλά η οικονομία της χώρας αναπτύχθηκε κατά 4,5% τα δύο πρώτα έτη της διακυβέρνησης Κορέα με ανάλογη συνέχεια παρά τη διεθνή οικονομική ύφεση-κρίση.
-Με τη συμφωνία για το γερμανικό δημόσιο χρέος, που υπογράφηκε και από την Ελλάδα, στο Λονδίνο στις 27 Φεβρουαρίου του 1953, 32 χώρες και οι ΗΠΑ δέχθηκαν τη διαγραφή-απομείωση της ονομαστικής αξίας του διακρατικού δημόσιου χρέους κατά 63%. Το υπόλοιπο χρέος διευθετήθηκε με ευνοϊκούς όρους βάσει της ίδιας συμφωνίας (πληρωμή σε γερμανικό νόμισμα, επιμήκυνση χρόνου αποπληρωμής, καθορισμός "πλαφόν" στα ποσά που κατέληγαν για την εξυπηρέτησή του με ρήτρες ανάπτυξης, χαριστικά επιτόκια 0%-0,5%), που η Γερμανία αποπλήρωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Επιπλέον συμφωνήθηκε η αναστολή αποπληρωμής των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα (κατοχικό υποχρεωτικό δάνειο και πολεμικές επανορθώσεις), μέχρι την επανένωση της Γερμανίας, και είναι απαιτητές εντόκως, από την ημερομηνία δημιουργίας τους, εδώ και 26 περίπου έτη…….


* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, 2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα οικονομικά και διοίκηση μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ερευνών Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής,  email : nikokal02@yahoo.gr,  website :  www.kallinikosnikolakopoulos. blοgspot.com 


Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Διεθνής Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) του χρέους και Ελλάδα (Αναδημοσίευση από το 9ο φύλλο 8/7/2016 της εφημείδας ‘Έξοδος 133’)

Διεθνής Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) του χρέους και Ελλάδα
του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*

Το πρόβλημα του χρέους δεν είναι απλά ένα οικονομικό-διαχειριστικό ζήτημα, αλλά πολυπλοκότερο πρόβλημα πού αφορά στην κοινωνική ζωή και τις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας, ενώ η πρόταση αντιμετώπισής του εξακολουθεί να είναι το βασικότερο στοιχείο μιας στρατηγικής διεξόδου από την κρίση. Η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους έχει πολυποίκιλες προεκτάσεις, απασχολώντας εντονότατα την ελληνική κοινωνία, γιατί τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα αντιμετωπίζουν τεράστια αδιέξοδα και δυσκολίες αποπληρωμής του ιδιωτικού χρέους (ληξιπρόθεσμα στεγαστικά-καταναλωτικά δάνεια, μικρομεσαίες επιχειρήσεις που έκλεισαν λόγω αδυναμίας αποπληρωμής επιχειρηματικών δανείων, νέοι βεβαιωμένοι άδικοι φόροι επί φοβερά μειωμένων ή/και ανύπαρκτων εισοδημάτων κλπ).  
Μία πολιτική αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους με αξιοποίηση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου, της δικαιοσύνης και θέσπισης νομοθετικών διατάξεων ελάφρυνσής του, ενώ αντίστοιχα οφείλει να αντιμετωπισθεί και η ελάφρυνση του δημόσιου χρέους, θεωρείται επιβεβλημένη. Στην Ελλάδα η συγκροτηθείσα, από την Πρόεδρο της Βουλής με αξιοποίηση διάταξης του κανονισμού της βουλής, Επιτροπή Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος, στα προκαταρκτικά της συμπεράσματα προσδιόρισε ότι 75% περίπου του δημόσιου χρέους ανήκει στις κατηγορίες του απεχθούς, επονείδιστου, παράνομου, μη σύννομου, καταχρηστικού κλπ χρέους και η λειτουργία της διακόπηκε απότομα από τη νεο-μνημονιακή κυβέρνηση του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, για να μην προβεί σε ολοκληρωτικό έλεγχο του χρέους και στην τεκμηριωμένη-αναλυτική  διατύπωση οριστικών συμπερασμάτων, που θα σήμαινε και τη δυνατότητα μονομερούς διαγραφής του δημόσιου χρέους, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τις αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων του ΟΗΕ.
Η συγκρότηση ‘Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου’ (ΕΛΕ) δεν παρομοιάζεται π.χ. με μια εξεταστική επιτροπή της Βουλής που συνήθως καταλήγει στη συγκάλυψη και όχι την ανάδειξη   των αιτιών, των υπευθύνων και τον καταλογισμό ευθυνών. Η υπόσταση και ο σκοπός της ΕΛΕ, είναι διαφορετικός από αυτόν μιας τεχνικής επιτροπής ή Μ.Κ.Ο. που πραγματοποιεί υποδείξεις στην κυβέρνηση. Στόχοι της είναι ο προσδιορισμός του ‘απεχθούς’ χρέους και η ανάδειξη των πολιτικών ευθυνών της δημιουργίας του. Ο χαρακτήρας και ο τρόπος λειτουργίας της καθορίζονται από τον τεθέντα στόχο, προϋποθέτοντας ουσιαστική δυνατότητα ελέγχου και ‘ανοίγματος βιβλίων’ της χώρας. Προαπαιτούμενο είναι η κατοχύρωση-διασφάλιση της θεσμικής δικαιοδοσίας και ανεξαρτησίας της και η στελέχωσή της με διεθνείς προσωπικότητες, αδιάβλητου κύρους και αναμφισβήτητης ικανότητας, για την ολοκλήρωση του έργου του ελέγχου (οικονομολόγοι, νομικοί, ορκωτοί λογιστές, εφοριακοί, δικαστικοί, εκπρόσωποι συνδικαλιστικών φορέων και κοινωνικών οργανώσεων κλπ).
Η ΕΛΕ λειτουργεί ανεξάρτητα από πολιτικά κόμματα, διασφαλίζει την ύπαρξη εξειδικευμένης γνώσης και εγγυάται τον δημοκρατικό έλεγχο και το υπόλογο όλων των εμπλεκομένων, έχοντας πλήρη διαχρονική πρόσβαση στις συμβάσεις και εκδόσεις δημόσιου χρέους, συμπεριλαμβανομένων των εκδόσεων ομολόγων, αλλά και κάθε διμερούς, πολυμερούς ή άλλης μορφής χρέους και δανειακών δημόσιων υποχρεώσεων. Έχει τις απαραίτητες αρμοδιότητες, για να τεθούν στη διάθεσή της όλα τα απαραίτητα αιτούμενα έγγραφα και δυνατότητες κλήσης προς εξέταση δημόσιων λειτουργών και δικαστικής συνδρομής για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών (π.χ. λογαριασμών του δημοσίου σε ιδιωτικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδας) και επαρκές χρονικό διάστημα, για την μελέτη όλων των συμβάσεων και τη σύνταξη του πορίσματός της.  
Οι ασκηθείσες πολιτικές ΕΕ και ΔΝΤ, για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους, επέφεραν τεράστιο κοινωνικό κόστος για την Ελλάδα και είναι δικαίωμα του ελληνικού λαού η πλήρης πληροφόρηση για το δημόσιο χρέος. Η ΕΛΕ θα διαπιστώσει-προσδιορίσει τις αιτίες του δημοσίου χρέους, τους όρους σύναψής του και τη χρήση των ληφθέντων δανείων. Τα πορίσματα της ΕΛΕ θα διαμορφώσουν κατάλληλες προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους, συμπεριλαμβανομένου του χρέους που θα αποδειχθεί ως παράνομο και ‘απεχθές΄ ή επονείδιστο (odious) που θα διαγραφεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το διεθνές δίκαιο. Επιδίωξη της ΕΛΕ, πρέπει να είναι η συνδρομή της Ελλάδας στη λήψη των απαραίτητων μέτρων αντιμετώπισης του βάρους του χρέους καθώς και η διαπίστωση των ευθυνών για τις προβληματικές συμβάσεις του.
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική-οικονομική κρίση του 2007-2008 έλαβε την μορφή κρίσης χρέους της περιφέρειας της ευρωζώνης, ενώ η αντίδραση της ΕΕ, σε συμφωνία με εθνικές κυβερνήσεις, ήταν η υιοθέτηση προγραμμάτων ‘διάσωσης’ με διευκόλυνση προσωρινού δανεισμού των χωρών της ευρωζώνης και προστασίας των τραπεζών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος με αντίτιμο την εφαρμογή καταστροφικών-εγκληματικών προγραμμάτων ακραίας λιτότητας.  Η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Κύπρος αλλά και άλλες χώρες εξαναγκάσθηκαν στην περικοπή μισθών και συντάξεων, μείωση δημοσίων δαπανών, συρρίκνωση παροχών πρόνοιας, ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων και απελευθέρωση των αγορών. Το κοινωνικό κόστος από την εφαρμογή τέτοιων μέτρων είναι τεράστιο λόγω τρομακτικής αύξησης της ανεργίας, χρεοκοπίας επιχειρήσεων, συρρίκνωσης της παραγωγής   και εμβάθυνσης της ύφεσης. Ο ελληνικός λαός αγνοεί παντελώς τη σύνθεση και τους όρους του δημόσιου χρέους, παρότι η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο εφαρμογής των προγραμμάτων ‘διάσωσης’. Η έλλειψη ενημέρωσης είναι κορυφαία αποτυχία εφαρμογής δημοκρατικών διαδικασιών στην πλήρη πληροφόρηση των λαών, που καλούνται να σηκώσουν το βάρος των ‘μνημονιακών’ προγραμμάτων με τεράστιο κοινωνικό κόστος.  
Η δύναμη της ΕΛΕ δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον θεσμικό της ρόλο, αλλά και από τη δημιουργία κινημάτων στήριξης (πολιτών, οργανώσεων κλπ) της λειτουργίας της και ολοκλήρωσης του έργου της. Η διευκόλυνση λειτουργίας της, με τη συγκρότηση αυτόνομων επιτροπών κατά τομείς και ειδικά θέματα, είναι επιθυμητή όπου υπάρχει η υπόνοια για ύπαρξη κακοδιαχείρισης και κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος (δανειακές συμβάσεις, ομολογιακά δάνεια, εξοπλιστικά προγράμματα, δημόσια έργα, κρατικές προμήθειες, ιδιωτικοποιήσεις, σκανδαλώδεις φορολογικές ρυθμίσεις, γερμανικές οφειλές κλπ). Η ολοκλήρωση λειτουργίας της θα συντελούσε στην απόκτηση δικτύωσης των κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων, που υιοθετούν την ιδέα ουσιαστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους, και θα τεκμηρίωνε την άρνηση πληρωμής του ‘απεχθούς’ χρέους με ηθικά, νομικά και πολιτικά επιχειρήματα, ανατρέποντας την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου σε Ελλάδα και ΕΕ.
Η μη υπέρβαση των ορίων λειτουργίας και δράσης της ΕΛΕ είναι κρίσιμη, κατανοώντας ότι η συγκρότησή της δεν πρέπει να συνδυασθεί με προσπάθειες ελέγχου και χειραγώγησής της. Ο σεβασμός της αυτοτελούς υπόστασής της και του αδιάβλητου και αντικειμενικού τρόπου αξιολόγησης στη διατύπωση εναλλακτικών προτάσεων αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους, σε ευθεία αντίθεση με τις νεοφιλελεύθερες επιλογές των κυρίαρχων ελίτ ΕΕ-Ελλάδας, ήταν αναγκαίος. Η εξέταση της σχετικής διεθνούς εμπειρίας και των πολιτικών αντιμετώπισης χρέους, είτε μέσω αναδιαρθρώσεων  είτε μέσω στάσης πληρωμών, οδηγεί σε πολύτιμα συμπεράσματα για τη χάραξη και καθορισμό συγκεκριμένης πολιτικής. Χώρες που προέβησαν σε στάση πληρωμών και κατόπιν σε αναδιάρθρωση χρέους, επέτυχαν μεγαλύτερο ‘κούρεμα’ του χρέους με μείωσή του μεσοσταθμικά κατά 41,8%, ενώ οι χώρες που προέβησαν σε προληπτική αναδιάρθρωση χρέους επέτυχαν αντίστοιχη μεσοσταθμική μείωσή του κατά μόλις 19,2%.  Ακόμη οι χώρες με στάση πληρωμών, είχαν μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ της τάξης του 7,5%, αλλά και θεαματική ανάκαμψη το επόμενο έτος της τάξης του 6%, ενώ αντίθετα οι χώρες που προέβησαν σε προληπτική αναδιάρθρωση είχαν μικρότερη πτώση του ΑΕΠ 3,6%, αλλά και μικρότερη ανάκαμψη κατά μόλις 1%.
(Σημείωση: το άρθρο αυτό έχει δημοσιευθεί σε πρότερη μορφή διαδικτυακά και έντυπα τον Μάϊο του 2012, όμως θεωρούμε ότι εξακολουθεί να είναι διαχρονικό και επίκαιρο και με τη σχετική επικαιροποίησή του μετά από τις πρόσφατες σχετικές εξελίξεις στην Ελλάδα)

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, 2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα οικονομικά και διοίκηση μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα, email : nikokal02@yahoo.gr,   website :  www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Περί ‘απεχθούς’ ή ‘επονείδιστου’ (odious) χρέους και της έννοιάς του, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο (Αναδημοσίευση από το 8ο φύλλο 24/6/2016 της εφημερίδας ‘Έξοδος 133)

Περί ‘απεχθούς’ ή ‘επονείδιστου’ (odious)  χρέους και της έννοιάς του, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  

     Στη διεθνή θεωρία και πρακτική υπάρχουν τρεις κύριες προσεγγίσεις, εξετάζοντας τη νομική φύση του δημόσιου χρέους και την αδυναμία αποπληρωμής του: Η πρώτη προσέγγιση, που υιοθετείται από το ΔΝΤ και την πλειοψηφία των αγγλόφωνων θεωρητικών, αντιμετωπίζει το χρέος ως μία συνηθισμένη εμπορική σχέση, που σε περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής του εφαρμόζεται το πτωχευτικό δίκαιο. Πρωταρχικός της στόχος, είναι η εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών-δανειστών. Συνεπώς, τα κράτη υποχρεούνται να λάβουν όλα τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλισθεί η αποπληρωμή του χρέους. Η δεύτερη προσέγγιση, θεωρούμενη ως επικρατούσα, δέχεται ότι τα κράτη έχουν το δικαίωμα άρνησης ή αναστολής πληρωμής του χρέους, αν επικαλεσθούν την ‘κατάσταση ανάγκης’. Αυτή η θέση, υιοθετήθηκε και από την ‘Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου’ του ΟΗΕ (1980 και 1983) και από το ‘Διεθνές Δικαστήριο’ της Χάγης. Δηλαδή  τα κράτη, μέσα στα πλαίσια άσκησης της κρατικής τους κυριαρχίας, μπορούν  να αρνηθούν την αποπληρωμή δανείων, εφόσον είναι ο μόνος τρόπος για να επιτύχουν την εξασφάλιση των ζωτικών τους συμφερόντων έναντι άμεσων και επικείμενων κινδύνων. Π.χ. με βάση αυτό το νομικό–πολιτικό πλαίσιο, η Αργεντινή κήρυξε την κατάσταση ‘έκτακτης ανάγκης στην κοινωνική, διοικητική, οικονομική και συναλλαγματική πολιτική’ αναστέλλοντας την πληρωμή του εξωτερικού χρέους και επιτυγχάνοντας την επαναδιαπραγμάτευσή του που οδήγησε στην διαγραφή του 70% της αξίας του. Οι πράξεις αυτές της Αργεντινής, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων θεωρητικών των ΗΠΑ, κρίθηκαν ως σύννομες σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο από εθνικά και διεθνή δικαστήρια. Η τρίτη προσέγγιση, θεωρούμενη ως η ριζοσπαστικότερη, ανατρέχει στο ιστορικό παράδειγμα της διαγραφής όλων των τσαρικών χρεών από την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης το 1921. Αιτιολογήθηκε από τον Β.Ι.Λένιν με το σκεπτικό ότι ‘κανένας λαός δεν είναι υποχρεωμένος να πληρώσει  την αξία αυτών των αλυσίδων που ο ίδιος ο λαός φορούσε στη διάρκεια των αιώνων’. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, αναδείχθηκε το αίτημα των χωρών του τρίτου κόσμου για διαγραφή των χρεών τους, κινούμενο στο πλαίσιο του κινήματος για δικαιότερη διεθνή οικονομική τάξη. Αυτό, υιοθετήθηκε από την Καθολική Εκκλησία (1980) και από την ‘Αρμοστεία για τα ανθρώπινα δικαιώματα’ του ΟΗΕ (1998). Το βασικότερο επιχείρημα αυτής της προσέγγισης, είναι ότι δεν πρέπει να αποπληρώνεται το ‘απεχθές’ χρέος.
     Παρότι στον προσδιορισμό της έννοιας του ‘απεχθούς’ χρέους δεν υπάρχει ομοφωνία, είναι ευρύτερα δεκτός ο ορισμός πού έδωσε ο Ρώσος διεθνολόγος Alexander Shack(1927) που εισήγαγε την έννοια στο διεθνές δίκαιο. Συγκεκριμένα, ως ‘απεχθές’ ορίζεται εκείνο το χρέος που είναι σε βάρος του λαού μιας χώρας, στο οποίο δεν υπήρξε συναίνεση του λαού και ήταν σε γνώση των πιστωτών. Η έμπρακτη εφαρμογή του στις διεθνείς σχέσεις, ως συγκεκριμένη περίπτωση σύνδεσης θεωρίας και πράξης, δικαιώθηκε στην περίπτωση επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους του Ισημερινού(2008). Βέβαια η ‘ντε φάκτο’ εφαρμογή του είχε προηγηθεί σε διενέξεις από τον 19ο αιώνα μέχρι  το τέλος του 20ου
     Στη διευρυμένη έννοια του ‘απεχθούς’ χρέους, εντάσσονται όλα τα δάνεια που παραβιάζουν αρχές του διεθνούς δικαίου (άδικος πλουτισμός, κατάχρηση δικαιώματος, δόλος, τοκογλυφία, βλάβη, υπερβολικό κόστος δανεισμού, χρήσης ή απειλής χρήσης βίας κλπ ) και όχι απαραίτητα, όπως διατείνονται κάποιοι, τα δάνεια προς δικτατορικά καθεστώτα μόνο. Αυτό απορρέει από τη χάρτα των Ηνωμένων Εθνών, τη Διεθνή Σύμβαση για τα Πολιτικά Δικαιώματα, την Σύμβαση για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, τη Διακήρυξη για το Δικαίωμα στην Ανάπτυξη, τη Συνθήκη της Βιέννης που διέπει το δίκαιο των διεθνών συμβάσεων κλπ .
     Είναι απαραίτητο όμως, να αποδειχθεί ότι ο δανεισμός δεν ήταν σε όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού και συνεπώς δεν είχε τη συναίνεσή του. Κατά τη διαδικασία ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου, η κυβέρνηση της οφειλέτριας χώρας πρέπει να προβεί σε απόδειξη του γεγονότος ότι πολλά από τα δημιουργηθέντα, από προηγούμενες κυβερνήσεις, χρέη ανήκουν στην κατηγορία του ‘απεχθούς’ χρέους. Οι πιστωτές αντίθετα πρέπει να αποδείξουν, αφενός ότι οι απαιτήσεις τους δεν εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία και αφετέρου ότι έλαβαν υπόψη την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους-οφειλέτη. Αυτό έχει κυρίαρχη σημασία, επειδή στο εθνικό δίκαιο των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών υπάρχουν διατάξεις που προσδιορίζουν τις ευθύνες των πιστωτών στους όρους και στα όρια του δανεισμού .
     Η προσφυγή μιας χώρας σε διαδικασία διερεύνησης του ‘απεχθούς’ χρέους, εκτός του αποτελέσματος της αμφισβήτησης, έχει άμεσες θετικές επιπτώσεις και στη δυναμική της αναδιαπραγμάτευσης του χρέους. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει βέβαια, το εγχώριο ή διεθνές καθεστώς δικαίου επίλυσης των διαφορών. Οι πολίτες μίας χώρας, μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στην έναρξη της διαδικασίας διερεύνησης και στην ανάδειξη των δυνατοτήτων αμφισβήτησης αποπληρωμής του χρέους, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.  Για την επίτευξη αυτού του σκοπού υπάρχει η δυνατότητα αξιοποίησης παρεμβάσεων στην Επιτροπή Οικονομικών, Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, διευκολύνοντας τη νομική αμφισβήτηση αποπληρωμής του ‘απεχθούς’ χρέους και κυρίαρχος είναι ο ρόλος του συνολικού ελέγχου του δημόσιου χρέους, ανακαλύπτοντας τους οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς δημιουργίας του. Αποκαλύπτεται έτσι, το συνολικό ποσό των δανείων, ο σκοπός τους, οι όροι τους, η χρήση τους, το ποσό αποπληρωμής τους, η προμήθεια τους ,το ποσό–μέγεθος μετατροπής ιδιωτικών χρεών σε δημόσια κλπ. Με αυτό τον τρόπο, θα προσδιορισθεί το άνομο χρέος και θα διαχωρισθεί από το νόμιμο χρέος. Το άνομο χρέος, θα αμφισβητηθεί και θα ακυρωθεί με νομικές και διαφανείς διαδικασίες και θα μπορέσει να υπάρξει επαναδιαπραγμάτευση της αποπληρωμής μέρους ή όλου  του νόμιμου χρέους με ευνοϊκούς όρους (μη συντρέχουσας ‘κατάστασης ανάγκης’).  Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η πράξη της άρνησης πληρωμής του χρέους αποτελεί έννομη πράξη. Αρκετές χώρες, κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων, έχουν προσφύγει  σε αυτή, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας που έχει κηρύξει ήδη τέσσερις επίσημες πτωχεύσεις. Οι πιστωτές βέβαια, έχουν το δικαίωμα προσφυγής στα διεθνή ή εσωτερικά δικαστήρια των χωρών, διεκδικώντας την αποπληρωμή του χρέους.

(Σημείωση: το άρθρο αυτό έχει δημοσιευθεί σε πρότερη μορφή διαδικτυακά και έντυπα τον Μάϊο του 2012, όμως θεωρούμε ότι εξακολουθεί να είναι διαχρονικό και επίκαιρο και με τη σχετική επικαιροποίησή του)

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, 2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα οικονομικά και διοίκηση μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα ), email : nikokal02@yahoo.gr, website :www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Μορφές Συστημάτων Υγείας και τρόποι κρατικής παρεμβατικότητας (Αναδημοσίευση από το φύλλο 7 της 10/6/2016 της εφημερίδας ‘Έξοδος 133’)

Μορφές Συστημάτων Υγείας και τρόποι κρατικής παρεμβατικότητας
Του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου *

Εκτός από την ιστορική προσέγγιση, που ανέδειξε τους  λόγους για τη συγκρότηση της πολιτικής υγείας, η οικονομική προσέγγιση μπορεί να ερμηνεύσει τους λόγους κρατικής παρέμβασης στον τομέα της υγείας. Σύμφωνα με τη δημόσια οικονομική, το κράτος παρεμβαίνει στην οικονομία εξαιτίας των ατελειών και αδυναμιών της ανταγωνιστικής αγοράς. Συγκεκριμένα, το κράτος παρεμβαίνει για να:
- παράσχει στην κοινωνία τα δημόσια αγαθά,
- αγαθά και υπηρεσίες στις επιθυμητές και αναγκαίες ποσότητες,
- επεκτείνει τις δραστηριότητες που δημιουργούν εξωτερικές οικονομίες,
- περιορίσει τις δραστηριότητες που δημιουργούν εξωτερικές επιβαρύνσεις,
- ελέγξει τα μονοπώλια και παρεμποδίσει τη δημιουργία νέων,
- αναδιανείμει το εισόδημα και τον πλούτο για την επίτευξη της άριστης ή κοινωνικά επιθυμητής διανομής,
- σταθεροποιήσει την οικονομία,
- ανακατανείμει τα μέσα παραγωγής στην απαιτούμενη έκταση για πραγματοποίηση της κοινωνικά επιθυμητής οικονομικής ανάπτυξης.
Η παραγωγή ενός αγαθού, έχει ένα όφελος και ένα κόστος για τον παραγωγό του. Για την παραγωγή ενός αγαθού, θα δαπανήσει χρήματα έχοντας ένα κόστος και  όταν το αγαθό πουληθεί, θα εισπράξει χρήματα έχοντας όφελος. Υπάρχουν περιπτώσεις που η παραγωγή του αγαθού μπορεί να προκαλέσει όφελος ή κόστος και για την υπόλοιπη κοινωνία, εκτός του παραγωγού που το παράγει. Π.χ. η παραγωγή του αγαθού εκπαίδευση, επιφέρει όφελος συνολικά στην κοινωνία, πέραν του οφέλους που αποκομίζει όποιος ‘καταναλώνει’ την εκπαίδευση. Ένα εργοστάσιο που μολύνει ρίχνοντας τα λήμματά του σε λίμνη, ποταμό ή θάλασσα, πέραν του κόστους που έχει ο ιδιοκτήτης για να παράγει το αγαθό, έχει κόστος για όλη την κοινωνία από την μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα. Όταν μία παραγωγική δραστηριότητα δημιουργεί εξωτερικές οικονομίες, σημαίνει ότι δημιουργείται όφελος για το σύνολο της κοινωνίας, πέραν του οφέλους που αποκομίζουν οι παραγωγοί της. Αντίστοιχα, όταν η παραγωγική δραστηριότητα δημιουργεί εξωτερική επιβάρυνση, δημιουργείται και πρόσθετο κόστος για το σύνολο της κοινωνίας, πέραν του ατομικού κόστους.
Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, σε περίπτωση ανυπαρξίας κρατικής παρέμβασης στην υγεία, δεν θα αγόραζε υπηρεσίες υγείας ή θα τις αγόραζε σε μικρότερη ποσότητα από την απαιτούμενη, με αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της υγείας του. Οι λόγοι παρέμβασης του κράτους στον τομέα της υγείας, είναι:  
- παραγωγή του αγαθού ‘υπηρεσίες υγείας’ και παροχή του στους πολίτες σε σχετικά χαμηλή τιμή, συγκριτικά με την ισχύουσα στην αγορά,
- προσδιορισμός της κοινωνικά άριστης ποσότητας του αγαθού, αφού οι ασφαλισμένοι δεν έχουν συμφέρον να αποκαλύψουν τις πραγματικές τους προτιμήσεις για την ποσότητα των ζητούμενων υπηρεσιών υγείας, ενώ οι ιατροί και οι επαγγελματίες υγείας είναι ταυτόχρονα και προμηθευτές του αγαθού, αλλά και οι καθορίζοντες τη ζήτηση υπηρεσιών υγείας, λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι των ασθενών,
- παραγωγή του αγαθού ‘υπηρεσίες υγείας’, που έχει σημαντικές θετικές επιπτώσεις στο σύνολο της κοινωνίας.
Ο σημαντικότερος βέβαια λόγος κρατικής παρέμβασης στον τομέα της υγείας, είναι για την  εξασφάλιση ομαλής αναπαραγωγής της κοινωνίας και προστασίας των πολιτών της από τον κίνδυνο της ασθένειας και ανικανότητας. Ακόμη και σε χώρες με αναπτυγμένο τον ιδιωτικό τομέα υγείας, ουσιαστικά αυτό που προσφέρεται είναι το τελικό προϊόν των ‘υπηρεσιών υγείας’. Για την παραγωγή του πρέπει να υπάρξει μία πολύπλοκη παραγωγική διαδικασία, που ο ιδιωτικός τομέας δεν εξασφαλίζει. Για τη δημιουργία γιατρών, θα πρέπει να έχουν εκπαιδευθεί κατάλληλα κάποιοι πολίτες. Η εκπαίδευση των γιατρών είναι μία πολυδάπανη και επίπονη διαδικασία και δεν αποφέρει κέρδος σε κανένα ιδιώτη, που απλά επιθυμεί κάποιους γιατρούς για το ιδιωτικό του νοσοκομείο. Επιπλέον, για την παραγωγή φαρμάκων απαιτείται πολυδάπανη έρευνα δεκαετιών, για την επίτευξη του τελικού επιθυμητού αποτελέσματος. Προφανέστατα, κανένας ιδιώτης δεν δύναται να οργανώσει ατομικά ολόκληρη την απαιτούμενη παραγωγική διαδικασία, για την παραγωγή του τελικού προϊόντος των υπηρεσιών υγείας. Επίσης, κανένας καταναλωτής δεν μπορεί να ‘χρεωθεί’ ατομικά το συνολικό κόστος της απαιτούμενης παραγωγικής διαδικασίας, για την αγορά του τελικού προϊόντος των υπηρεσιών υγείας. Ο παραγωγός και ο καταναλωτής μπορούν να παράγουν και να καταναλώνουν το τελικό προϊόν χρησιμοποιώντας, χωρίς άμεση αποπληρωμή, τη συνολική παραγωγική διαδικασία.
Το αγαθό ‘υπηρεσίες υγείας’ θεωρείται από το κράτος ως ένα αγαθό που θα πρέπει οι πολίτες να καταναλώνουν, ανεξαρτήτως της θέλησής τους, για τη διατήρηση της υγείας τους σε ικανοποιητικό επίπεδο. Στην περίπτωση μη κατανάλωσης υπηρεσιών υγείας, το κόστος αποκατάστασης της υγείας δεν επηρεάζει μόνο τους ασθενείς, αλλά το κοινωνικό σύνολο. Τα χαρακτηριστικά που εντάσσουν την υγεία στα δημόσια αγαθά είναι :
- η απόλαυσή του από κάποιους δεν το στερεί ταυτόχρονα από κάποιους άλλους,
- δεν θεωρείται σκόπιμο να αποκλείονται από αυτό όσοι δεν μπορούν να το πληρώσουν,
- το προϊόν δεν είναι ομοιογενές, υπάρχει ασύμμετρη πληροφόρηση του καταναλωτή σε σχέση με τον γιατρό και δεν μπορεί να αποφασίσει ο ίδιος για το επιλέξιμο προϊόν,
- η αβεβαιότητα είναι εντονότατη και από την πλευρά του καταναλωτή (είδος, χρόνος και κόστος της νόσου) και από την πλευρά του γιατρού (αβεβαιότητα τρόπου  ιατρικής αντιμετώπισης νόσου).
Για τους παραπάνω λόγους το αγαθό ‘υπηρεσίες υγείας’ θεωρείται και ‘κοινωνικό αγαθό’, παραγόμενο άμεσα από το κράτος ή με ελεγχόμενη από αυτό παραγωγική διαδικασία, σε περίπτωση ιδιωτικής πραγματοποίησής της.
Η δημόσια παρέμβαση σε κάθε τομέα μπορεί να πάρει μια ή περισσότερες από τις εξής μορφές: ρύθμιση, φορολόγηση και επιδότηση, δημόσια παροχή. Ο τομέας της υγείας σε όλες τις χώρες υπόκειται σε περιοριστικές ρυθμίσεις, όσον αφορά στην αναγνώριση του δικαιώματος άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος. Επιπλέον, τα διάφορα συστήματα υγείας ακολουθούν όλες τις μορφές δημόσιας παρέμβασης σε διαφορετική αναλογία. Ωστόσο,   δύο γενικοί τύποι διακρίνονται: μεικτά συστήματα δημοσίων-ιδιωτικών φορέων και εθνικά συστήματα υγείας. Τα μεικτά συστήματα, χαρακτηρίζονται από ποικιλία ιδιοκτησιακών μορφών των μονάδων υγείας. Τα νοσοκομεία είναι σχεδόν πάντοτε ιδιωτικά ιδρύματα, όμως δεν αποτελούν πάντοτε κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Οι γιατροί είναι πάντοτε ιδιώτες, συνήθως συμβεβλημένοι με ασφαλιστικό φορέα. Η κατανάλωση φροντίδων υγείας γίνεται δωρεάν στο σημείο χρήσης (Γερμανία, Καναδάς κλπ), ή έναντι αντιτίμου που καταβάλλει ο ασθενής και μέρος του επιστρέφεται από κοινωνικούς (Γαλλία) ή ιδιωτικούς (ΗΠΑ) ασφαλιστικούς φορείς. Στα συμβατικά συστήματα αγοράς, ο συνδυασμός ασφαλιστικής κάλυψης και αμοιβής κατά πράξη προκαλεί υπερβολική κατανάλωση και ο περιορισμός του συνολικού προϊόντος του τομέα στο κοινωνικά άριστο επίπεδο, αποτελεί βασικό στόχο της δημόσιας παρέμβασης. Αυτό μερικά επιτυγχάνεται, με την επιβολή διοικητικών ρυθμίσεων ή περιορισμών. Σε μια συμβατική αγορά, η πλευρά της παροχής φροντίδων υγείας (γιατροί, νοσοκομεία) οργανώνεται χωριστά από την πλευρά της χρηματοδότησης (ασφαλιστικοί φορείς), ενώ απουσιάζουν τα κίνητρα εξοικονόμησης πόρων. Συνήθως, οι γιατροί είναι ταυτόχρονα ιδιοκτήτες-μέτοχοι ενός οργανισμού παροχής υπηρεσιών υγείας, έχοντας κίνητρο να περιορίσουν τη χρήση υπηρεσιών υγείας στα απολύτως απαραίτητα. Έτσι, εξαλείφονται πλήρως τα κίνητρα υπερβολικής κατανάλωσης της συμβατικής ασφάλισης, αλλά αντικαθίστανται ενδεχομένως από αντίθετα κίνητρα υπερβολικά χαμηλής κατανάλωσης.
Στα εθνικά συστήματα υγείας (Βρετανία, Σουηδία κλπ), νοσοκομεία και μονάδες υγείας είναι υπό κρατική ιδιοκτησία και οι γιατροί και το υπόλοιπο προσωπικό απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή ειδική σύμβαση. Η χρηματοδότηση του συστήματος, εξασφαλίζεται σχεδόν αποκλειστικά από τη γενική φορολογία (έσοδα του γενικού κρατικού προϋπολογισμού).  Η στρατηγική του εθνικού συστήματος υγείας, βασίζεται στις εξής τέσσερις βασικές αρχές:
α) Οι υπηρεσίες, χρηματοδοτούνται από τη φορολογία και παρέχονται δωρεάν. Έτσι, παρακάμπτεται το πρόβλημα της μη πλήρους κάλυψης και της διαφοράς των ασφαλιστικών καθεστώτων, αναλόγως της επαγγελματικής κατηγορίας. Η αρχή της ανταποδοτικής ασφάλισης (παροχές υγείας βάσει ασφαλιστικών εισφορών), καταργείται πλήρως και επικρατεί η αρχή της οικουμενικής παροχής (παροχή πρόσβασης βάσει της ιδιότητας του πολίτη ή κατοίκου).
β) Η κατανομή φροντίδων (χειρουργικών επεμβάσεων κλπ) στους ασθενείς, δεν αποφασίζεται από τους ίδιους αλλά από τους γιατρούς με μη οικονομικά κριτήρια (της ιατρικής ‘ανάγκης’ για περίθαλψη). Η επίσκεψη σε ειδικό γιατρό, γίνεται κατόπιν παραπομπής από τον γενικό γιατρό και η νοσηλεία σε νοσοκομείο μόνο κατόπιν παραπομπής από τον γιατρό. Έτσι, λύνονται αρκετά από τα προβλήματα, που θα προκαλούσε η ασύμμετρη πληροφόρηση.
γ) Οι γιατροί αμείβονται είτε σύμφωνα με τον αριθμό των εγγεγραμμένων ασθενών (γενικοί γιατροί), είτε με μισθό (νοσοκομειακοί γιατροί) και όχι κατά πράξη. Έτσι, εξισορροπούνται τα κίνητρα προς υπερβολική κατανάλωση εξαιτίας του ηθικού κινδύνου, που αλλιώς θα οδηγούσαν σε διόγκωση του κόστους. 
δ) Η προσφορά υπηρεσιών υγείας υπόκειται σε περιορισμούς είτε διοικητικής   φύσης  (λίστες αναμονής), είτε με τον καθορισμό από το κοινοβούλιο του συνολικού διατιθέμενου ετήσιου ποσού για χρηματοδότηση του εθνικού συστήματος υγείας.
Σε χώρες με εθνικά συστήματα υγείας, η συνολική δαπάνη για την υγεία (ως ποσοστό % του ΑΕΠ) είναι χαμηλότερη από τις χώρες με κοινωνική   ασφάλιση υγείας.  Η εξοικονόμηση πόρων, επιτυγχάνεται χωρίς επιπτώσεις ιατρικής φύσης. Τα εθνικά συστήματα υγείας υποστηρίζονται από την κοινωνική πλειοψηφία γιατί, εκτός της εξασφάλισης κοινωνικής δικαιοσύνης, επιτυγχάνουν μικρότερο λειτουργικό κόστος έναντι όλων των εναλλακτικών επιλογών. Το 2013 τα ποσοστά του ΑΕΠ για δαπάνες υγείας, ήταν 8,9% στη Νορβηγία, 11% στη Σουηδία και 8,5% στην Μ. Βρετανία (χώρες με εθνικό σύστημα υγείας), ενώ στον αντίποδα ήταν 16,4% στις ΗΠΑ. Τα ποσοστά των δημοσίων δαπανών υγείας ως προς το σύνολο των υγειονομικών δαπανών το 2013, ήταν 85% στη Νορβηγία, 84,1% στη Σουηδία και 83,3% στην Μ. Βρετανία, ενώ αντίθετα ήταν 48,2% στις ΗΠΑ. Το ποσοστό του ΑΕΠ για δαπάνες υγείας το 2013 ήταν στην Ελλάδα 9,2%, ελαφρά άνω του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ που ήταν 8,9%. Το μέγεθος του δημόσιου τομέα υγείας στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία,  ήταν 65,5% το 2013, αρκετά κάτω του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ που ήταν 72,7%, αν και εκτιμούμε ότι σήμερα έχει επιπλέον συρρικνωθεί, λόγω εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων καταστροφικών ‘μνημονιακών’ πολιτικών περικοπής αναγκαίων δημόσιων κοινωνικών δαπανών αλλά και διαρκούς συρρίκνωσης του ΑΕΠ, που έχει υπερβεί κατά πολύ σε μείωση το ποσοστό του 25% από το 2009, πράγμα πρωτοφανές για χώρα που δεν βρίσκεται σε κατάσταση πολέμου. Αποδεικνύεται ότι οι χώρες με εθνικά συστήματα υγείας, επιτυγχάνουν συνολική δαπάνη χαμηλότερη από τις χώρες με κοινωνική  ασφάλιση υγείας, εξασφαλίζοντας κοινωνική δικαιοσύνη και ευρεία  υποστήριξη.

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, 2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα οικονομικά και διοίκηση μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα ), email : nikokal02@yahoo.gr, website :www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com


Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Παγκόσμια Οικονομία, φορολογικοί παράδεισοι και offshore εταιρείες (αναδημοσίευση από το 6ο φύλλο 27/5/2016 της εφημερίδας 'Έξοδος 133')

Παγκόσμια Οικονομία, φορολογικοί παράδεισοι και offshore εταιρείες
του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*
Τα εξωτικά μέρη όπου φιλοξενούνται οι περίφημες offshore (εξωχώριες ή υπεράκτιες) εταιρείες, αποτελούν το απόλυτο μέσο φορολογικής απόδρασης για τις νεοφιλελεύθερες ελίτ των πλούσιων και ισχυρών παγκόσμια. Στην Ελλάδα, αλλά και πλανητικά, οι πλούσιοι, που αποτελούν περίπου το 10%  του πληθυσμού με τα υψηλότερα εισοδήματα παγκόσμια (είτε είναι ιδιώτες, είτε πολυεθνικές επιχειρήσεις) χάρη σε αυτές, αποφεύγουν σχεδόν ολοσχερώς την καταβολή οποιουδήποτε φόρου. Υπάρχουν άνω των 60 φορολογικών παραδείσων στον πλανήτη μας και οι περισσότεροι έχουν έδρα σε εξωτικά νησιά όπως Βερμούδες, Νησιά Κέϊμαν, Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι κλπ. Οι σημαντικότεροι όμως δεν βρίσκονται σε τροπικά νησιά με κοκοφοίνικες ή άγνωστες αφρικανικές χώρες, άλλα στα κέντρα των ισχυρότερων χωρών του κόσμου, όντως σε νησιά όπως το Μανχάταν της Νέας Υόρκης και το Σίτυ του Λονδίνου στο νησί της Μεγάλης Βρετανίας ή σε ηπειρωτικές χώρες της  Ευρώπης όπως η Ελβετία (που δεν είναι καν μέλος της ΕΕ) και το Λουξεμβούργο (μέλος της ευρωζώνης που πρωτοστάτησε, προ περίπου τριών ετών, στην παραδειγματική τιμωρία της Κύπρου που του υπέκλεψε μέρος της αφορολόγητης ‘πελατείας’ του).
Οι φορολογικοί παράδεισοι τοποθετούνται στο επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομίας, γιατί το μεγαλύτερο ποσοστό των παγκόσμιων οικονομικών συναλλαγών, σύμφωνα με σχετικά συντηρητικές εκτιμήσεις, διεξάγονται μέσω αυτών. Αυτοί έχουν διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε οποιοδήποτε σημαντικό οικονομικό γεγονός, μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο και παγκόσμια οικονομική κρίση τις τελευταίες δεκαετίες, με αποκορύφωμα την τελευταία παγκόσμια ύφεση που προκλήθηκε από την κατάρρευση των subprimes (ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια) στις ΗΠΑ το 2007-8. Αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου και είναι απόλυτα συνδεδεμένοι με την οικονομική λειτουργία του παγκοσμιοποιημένου απορρυθμισμένου νεοφιφιλελεύθερου χρηματιστικού καπιταλισμού, που έχει επικρατήσει από το 1980 και μετά περίπου, αν και χρονολογούνται περίπου από το 1950.
Σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη έρευνα του Γάλλου οικονομολόγου Γκαμπριέλ Ζουκμάν, του London School of Economics, υπολογίσθηκε ότι το αστρονομικό ποσό των αφορολόγητων 4,8 τρις. ευρώ, που αντιστοιχεί σε περίπου 8% του παγκόσμιου ΑΕΠ, είναι κρυμμένο σε έξι φορολογικούς παραδείσους. Το ποσό αυτό, σύμφωνα με την έρευνά του, είναι κρυμμένο σε funds και σε αυτό δεν υπολογίζονται ασφάλειες, πολυτελή σκάφη, σαλέ, πολύτιμα έργα τέχνης, που κατά την εκτίμησή του θα εκτόξευε το ποσοστό στο 11% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Συγκεκριμένα, το ποσό κατανέμεται ως εξής στους έξι φορολογικούς παραδείσους: Ελβετία 1.800 δισ. ευρώ, Σιγκαπούρη 750 δισ. ευρώ, Χονγκ Κονγκ 750 δισ. ευρώ, Λουξεμβούργο 500 δισ. ευρώ, Μπαχάμες 500 δισ. ευρώ, Νησιά Κέϊμαν 500 δισ. ευρώ. Κατά την εκτίμησή του, το 80% των χρημάτων που βρίσκονται στο εξωτερικό δεν έχει δηλωθεί ποτέ στην εφορία, κάτι που προκαλεί μία αιμορραγία της τάξεως των 120 δις ευρώ το χρόνο για τα κράτη από τα οποία φεύγουν τα χρήματα, επικαλούμενος στοιχεία από τις από τις στατιστικές της ελβετικής Credit Suisse.
Σύμφωνα με τις εντυπωσιακές και εντελώς πρόσφατες αποκαλύψεις των Panama Papers, ήρθαν στο φως δραστηριότητες πολιτικών, μεγιστάνων και επιχειρηματιών από όλο τον κόσμο, που όλοι υποψιαζόμασταν, αν και ένα ελάχιστο μόλις τμήμα των 11,5 εκατομμυρίων αρχείων, που έχουν διαρρεύσει από τη δικηγορική εταιρεία του Παναμά ‘Mossack Fonseca’,  έχουν αποκωδικοποιηθεί κι έχουν δοθεί στη δημοσιότητα. Τα υπόλοιπα, αναμένεται να δημοσιοποιούναι σταδιακά, μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα. AdTech AdΠάραυτα, ο πρωθυπουργός της Ισλανδίας έχει ήδη εξαναγκασθεί σε παραίτηση και ο  πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Ντέιβιντ Κάμερον, βρίσκεται υπό τρομακτική πίεση, ενώ στην πορεία αναμένεται να εμπλακούν, μέσω της δημοσιοποίησης όλων των εγγράφων, αρκετές χιλιάδες ακόμη πολιτικοί, επιχειρηματίες και καλλιτέχνες.
Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για χρήματα από μίζες, πωλήσεις όπλων και ναρκωτικών και γενικότερα για ‘βρόμικο’ χρήμα το οποίο κρύβεται σε φορολογικούς παραδείσους, με τη βοήθεια της Mossack Fonseca που βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού του ‘τυφώνα’, και αναταράσσει την παγκόσμια κοινότητα. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δημοσιευθέντα στοιχεία, στις εταιρείες που έχουν ιδρυθεί στον Παναμά από τη Mossack Fonseca’ και τους συνεργάτες της, περιλαμβάνονται περισσότερα από 65.000 ονόματα, που είναι ιδιοκτήτες ή μέλη στα διοικητικά συμβούλιά τους και προφανώς η συντριπτική τους πλειοψηφία αποτελείται από ουσιαστικά παρένθετα πρόσωπα, που μεσολαβούν για να μην εμφανίζονται οι πραγματικοί ιδιοκτήτες. Αυτό συνάγεται από το γεγονός της ύπαρξης  επαναλαμβανόμενων φυσικών προσώπων που εμφανίζονται να εκπροσωπούν δεκάδες, εκατοντάδες ή και χιλιάδες εταιρείες, ενώ μια γυναίκα ονόματι Μπιάνκα Σκοτ δηλώνεται ως εκπρόσωπος 10.361 εταιρειών με έδρα τον Παναμά, ενώ είναι διαπιστωμένα πεθαμένη από το 2005.
Ο κόσμος των offshore κέντρων βρίσκεται σχεδόν παντού δίπλα μας και γύρω μας, παρακάμπτοντας  τα φορολογικά, ρυθμιστικά και νομικά συστήματα άλλων χωρών.  Ποσοστό άνω του 50% των παγκόσμιων εμπορικών συναλλαγών, σύμφωνα και με ομολογία του προηγούμενου διευθυντή του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος-Καν, διενεργείται μέσω των φορολογικών καταφυγίων, ενώ ποσοστό άνω του 50% των τραπεζικών στοιχείων ενεργητικού και του ενός τρίτου των άμεσων ξένων επενδύσεων, από μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, διεξάγεται μέσω αυτών των υπεράκτιων κέντρων. Ακόμη περίπου το 85% των διεθνών τραπεζικών εργασιών, της έκδοσης ομολόγων και του διεθνούς δανεισμού, πραγματοποιείται στη λεγόμενη Ευρωαγορά, μια ουσιαστικά υπεράκτια ζώνη χωρίς εθνικότητα. Το 2010 το ΔΝΤ, εκτιμούσε τη συνολική  αξία των στοιχείων ενεργητικού των μικρών μόνο νησιωτικών χρηματοπιστωτικών κέντρων σε περίπου 18 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που ήταν ίσο με περίπου το ένα τρίτο του τότε παγκόσμιου ΑΕΠ, αν και το ίδιο το ΔΝΤ θεωρούσε ότι αυτό το ποσό ήταν μάλλον υποεκτίμηση του πραγματικά ισχύοντος. Το 2008 το Γενικό Λογιστήριο του Kράτους των ΗΠΑ (Government Accountability Office- GAO), δημοσιοποίησε ότι 83 από τις 100 μεγαλύτερες επιχειρήσεις των ΗΠΑ είχαν δημιουργήσεις θυγατρικές εταιρείες σε φορολογικά καταφύγια, για προφανέστατους λόγους. Το 2009  έρευνα του Δικτύου Φορολογικής Δικαιοσύνης της Μεγάλης Βρετανίας (Tax Justice Network- TJN που είναι ένας ανεξάρτητος οργανισμός που δημιουργήθηκε από το Βρετανικό Κοινοβούλιο το 2003 ασχολούμενο με την ανάλυση και έρευνα στον τομέα της φορολογίας και των ρυθμιστικών κανόνων της χώρας), βασιζόμενο σε έναν ευρύτερο ορισμό της έννοιας offshore, διαπίστωσε ότι 99 από τις 100 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές εταιρείες χρησιμοποιούσαν θυγατρικές offshore εταιρείες, με μακράν μεγαλύτερους χρήστες τις χρηματοπιστωτικές-τραπεζικές εταιρείες.
Δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός ορισμός της έννοιας του φορολογικού καταφυγίου, όρος μερικά παραπλανητικός, γιατί αυτά τα ‘εξωτικά’ μέρη δεν προσφέρουν μόνο διαφυγή από τη φορολογία, αλλά και εχεμύθεια, αποφυγή των χρηματοπιστωτικών ρυθμίσεων και αγνόηση και αψήφιση των ισχυόντων νόμων και ρυθμιστικών κανόνων άλλων επικρατειών, δηλαδή των χωρών όπου ζει η συντριπτική πλειοψηφία των κοινών θνητών. Ένας γενικότερος ορισμός της έννοιας του φορολογικού καταφυγίου, βασίζεται κυρίως στο προαναφερθέν TJN που τον προσδιορίζει ‘ως έναν τόπο που επιδιώκει να προσελκύσει δραστηριότητες προσφέροντας πολιτικά σταθερές διευκολύνσεις, με σκοπό να βοηθήσει φυσικά ή νομικά πρόσωπα να παρακάμψουν τους νόμους και τους ρυθμιστικούς κανόνες και κανονισμούς που ισχύουν σε άλλες επικράτειες’. Στην πράξη οι φορολογικοί παράδεισοι, μέσω της λειτουργίας offshore εταιρειών στο έδαφος τους, προσφέρουν διόδους διαφυγής από τις φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις, τη χρηματοπιστωτική ρύθμιση, το ποινικό και κληρονομικό δίκαιο κλπ  που υπάρχουν στις χώρες προέλευσης και δράσης αυτών των εταιρειών και αυτός βέβαια είναι ο σκοπός ύπαρξής και δραστηριότητάς τους. Το σύστημα δραστηριοποίησης των offshore εταιρειών δεν είναι τελικά μια γραφική εξαίρεση της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά ο κανόνας και το επίκεντρο λειτουργίας της.
Έχει διαπιστωθεί ότι αυτά τα μέρη παρέχου εχεμύθεια, σε διάφορες μορφές, συνδυάζοντας την με την άρνησή τους να συνεργασθούν με άλλες επικράτειες, για την ανταλλαγή οποιωνδήποτε οικονομικών ή άλλων πληροφοριών. Εξάλλου παγκόσμια υπάρχει και η έννοια της ‘επικράτειας εχεμύθειας’, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, εναλλακτικά αναφερόμενης και προσδιορίζοντας την έννοια του φορολογικού παραδείσου ή καταφυγίου. Αυτές οι χώρες ή περιοχές, διαχωρίζουν συστηματικά τις τοπικές οικονομίες τους από τις προσφερόμενες διευκολύνσεις, προκειμένου να προστατευθούν από τα δικά τους offshore ‘κόλπα’. Ένα υπεράκτιο κέντρο είναι ουσιαστικά ζώνη διαφυγής από κάπου αλλού, ενώ οι υπεράκτιες υπηρεσίες προσφέρονται στους μη μόνιμους κατοίκους του, προσελκύοντας χρήμα με κίνητρο την πολύ χαμηλή ή και μηδενική φορολογία, νόμιμα ή παράνομα. Ένα τέτοιο φορολογικό καταφύγιο μπορεί να παρέχει μηδενικό φορολογικό συντελεστή στους μη μόνιμους κατοίκους, που σταθμεύον τα χρήματά τους εκεί, αλλά φορολογεί κανονικά τους μόνιμους κατοίκους του και από αυτό το γεγονός μπορεί να εξαχθεί το αυτονόητο συμπέρασμα ότι ουσιαστικά πρόκειται για άκρως επιζήμιες δραστηριότητες. Σε τέτοια μέρη, ο τομέας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών είναι τεράστιος, συγκρινόμενος με το μέγεθος της εγχώριας οικονομίας, ενώ το ΔΝΤ χρησιμοποίησε αυτό το κριτήριο για να καταγγείλει το 2007 τη Βρετανία ως υπεράκτιο κέντρο. Με αυτό τον τρόπο, το εγχώριο πολιτικό σύστημα αυτών των υπεράκτιων κέντρων καθίσταται δέσμιο και εξαρτώμενο από τα συμφέροντα του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των κάθε λογής εγκληματικών οικονομικών δραστηριοτήτων.
Οι φορολογικοί παράδεισοι δικαιολογούν τη λειτουργία και δράση τους, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι αποτελούν χρήσιμα εργαλεία για την αποφυγή του προβλήματος της διπλής φορολόγησης και την εξομάλυνση της ροής των επενδύσεων, αποσιωπώντας σκόπιμα την ύπαρξη νόμιμων τρόπων αποφυγής της διπλής φορολόγησης και διασφάλισης της κατεύθυνσης των επενδυτικών ροών σε ορθές και απαραίτητες επιλογές, ουσιαστικά διασφαλίζοντας τη διπλή μη φορολόγηση κερδοσκοπικών και άλλων εγκληματικών κεφαλαίων. Υπάρχουν  σε ισχύ άνω των 2.500 φορολογικών συνθηκών, σε όλο τον κόσμο, σε ένα εκτενές, αλλά ελάχιστα κατανοητό, παγκόσμιο συναλλακτικό και επενδυτικό σύστημα. Οι κανόνες, τα υποδείγματα και τα πρότυπα του κλάδου, καθορίζονται από τον ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), που ουσιαστικά είναι μία λέσχη των πλουσιότερων παγκόσμια χωρών, και τον ΟΗΕ όπου η φωνή των φτωχότερων και αναπτυσσόμενων χωρών μπορεί να αντιπροσωπευθεί. Βέβαια τελικά ο ΟΟΣΑ υπερισχύει, προσπαθώντας με χρήση όλων των μέσων να διασφαλίσει σκληρότατα την υπερίσχυση και επικράτηση των δικών του μοντέλων συνθήκης, μεροληπτώντας καταφανώς υπέρ των πλούσιων και σε βάρος των φτωχότερων και αναπτυσσόμενων χωρών.  

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά  συστήματα) , 
email :nikokal02@yahoo.gr,   website: www.kallinikosnikolakopoulos.blοgspot.com 

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Κρατική παρέμβαση στην υγεία οι λεγόμενοι φόροι «αμαρτίας» (αναδημοσιευση απο την εφημεριδα των συντακτων 23/5/2016)

Κρατική παρέμβαση στην υγεία οι λεγόμενοι φόροι «αμαρτίας»



Οι προηγούμενες κυβερνήσεις, από την εποχή των μνημονίων και μετά, προσέφυγαν σε απανωτές αυξήσεις φορολογίας στον καπνό και το αλκοόλ, αυξάνοντας υπέρμετρα τις τιμές των αντίστοιχων προϊόντων, ενώ και η τωρινή κυβέρνηση, παρά τις αντίθετες προεκλογικές διακηρύξεις της, ήδη νομοθέτησε και θα πράξει το ίδιο.
Οι φόροι κατανάλωσης που επιβάλλονται σε καπνό-τσιγάρα και αλκοολούχα ποτά είναι δύο περιπτώσεις κρατικής παρέμβασης στην υγεία.
Οι λεγόμενοι φόροι «αμαρτίας», όπως αποκαλούνται διεθνώς, επιβάλλονται στα αγαθά, όπως ο καπνός και το αλκοόλ, που είναι αντικείμενα ευρείας αποδοκιμασίας.
Τέτοιοι φόροι είναι συχνά επιτρεπτοί επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι (συμπεριλαμβάνονται αρκετοί εκ των καπνιστών και μετριοπαθείς πότες) αισθάνονται ότι υπάρχει κάτι αμυδρά ανήθικο στην κατανάλωση καπνού και αλκοόλ.
Σκέφτονται ότι αυτοί οι φόροι «αμαρτίας» χτυπάνε με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια: η πολιτεία αποκτά περισσότερα έσοδα και οι «κακές συνήθειες» γίνονται ακριβότερες.
Οι φόροι «αμαρτίας» δεν είναι ένας τεχνικός όρος στα οικονομικά, αλλά μια μορφή φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται σε μερικά αγαθά.
Διαφέρουν από έναν γενικό φόρο επί των πωλήσεων (π.χ. ΦΠΑ) που επιβάλλεται στο σύνολο των αγαθών με ελάχιστες εξαιρέσεις και επιβάλλονται επιπροσθέτως ενός φόρου επί των πωλήσεων.
Η μακροπρόθεσμη συνέπεια ενός φόρου κατανάλωσης είναι η μείωση στην προσφορά του αγαθού στο οποίο επιβλήθηκε ο φόρος, οδηγώντας σε μια αύξηση της τιμής που οι καταναλωτές πρέπει να πληρώσουν.
Αν αυτοί που τοποθετούν για αγορά το προϊόν συνεχίσουν να το παράγουν στην ίδια ποσότητα δεν θα μπορούν να αυξήσουν την τιμή του.
Αν οι καταναλωτές εξακολουθούσαν να είναι πρόθυμοι να πληρώσουν για την πραγματική τιμή του αγαθού συν τον φόρο, οι παραγωγοί θα μπορούσαν επιτυχώς να χρεώσουν αυτό το ποσό, χωρίς τον συνυπολογισμό του φόρου, χρεώνοντας λιγότερο από αυτό που η διακίνηση του αγαθού θα επέτρεπε.
Ετσι, αν συνεχίσουν να πουλούν την ίδια ποσότητα προϊόντος στην αγορά, με τον πρόσφατα επιβληθέντα φόρο, δεν θα μπορούν να πάρουν περισσότερα από ό,τι θα έπαιρναν με την παλιά τιμή. Από τη στιγμή που αυτή η τιμή δεν θα τους αποζημιώνει για τα νέα υψηλότερα κόστη, ορισμένες επιχειρήσεις θα πρέπει να μειώσουν την προσφορά των προϊόντων.
Η έξοδος των οριακών επιχειρήσεων από την παραγωγή των προϊόντων ως αποτέλεσμα των υψηλότερων φόρων συμβάλλει στη μείωση της προσφοράς γιατί οι παραγωγοί δεν ελέγχουν άμεσα τις τιμές πώλησης των προϊόντων τους.
Μόνο η μεταβολή της προσφοράς ή της ζήτησης θα τους επιτρέψει να τροποποιήσουν την τιμή. Η αύξηση της ζήτησης πρακτικά αποκλείεται ως μέσο για να αντισταθμίσουν τα υψηλότερα κόστη παραγωγής.
Αν ο χειρισμός της ζήτησης ήταν δυνατός, θα είχαν πράξει έτσι πριν από την αύξηση στα κόστη παραγωγής.
Αυτό που αλλάζει την τιμή είναι η ελάττωση στην προσφορά του αγαθού και συνεπώς η μείωση στην προσφορά σημαίνει ότι λιγότερο εμπόρευμα θα καταναλωθεί.
Το πώς θα σκεφτούμε για τους φόρους κατανάλωσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς σκεφτόμαστε για τους φόρους γενικά.
Ο γενικός σκοπός τους είναι η αύξηση των εσόδων και η χρηματοδότηση των κυβερνητικών δαπανών, ειδικά στον τομέα της υγείας.
Αν η κυβέρνηση έπαιρνε τα χρήματα και τα κατέστρεφε, θα υπήρχε μείωση στην προσφορά χρήματος.
Τα απομένοντα χρήματα θα ήταν αρκετά για να αγοράσουν την ίδια ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών λόγω της επακόλουθης μείωσης των τιμών.
Αυτό που ενδιαφέρει, επομένως, είναι οι συνέπειες της κυβερνητικής απόφασης σε πραγματικούς όρους: τα αγαθά και οι υπηρεσίες που δεν θα είναι πλέον διαθέσιμα και η επακόλουθη αύξηση των τιμών.
Ακόμη και άνθρωποι που δεν πληρώνουν φόρους (άμεση φορολογία) πληρώνουν για αυτά τα αγαθά με τη μορφή των υψηλότερων τιμών, γιατί πραγματικά τα επιθυμούν.
Οι άνθρωποι, μερικές φορές, είναι πρόθυμοι να αποδεχτούν φόρους κατανάλωσης σε «αμαρτωλά» προϊόντα όπως ο καπνός και το αλκοόλ από ένα αίσθημα νόμιμης τιμωρίας για τέτοιες απολαύσεις.
Ο εμφανής σκοπός τέτοιων φόρων είναι η αποθάρρυνση χρήσης του προϊόντος και η μείωση της ποσότητας κατανάλωσής του.
Μια τέτοια πατερναλιστική δράση εκ μέρους της κυβέρνησης ωθεί αρκετούς να αναρωτηθούν τι κάνει τους πολιτικούς καλύτερους δικαστές για το τι είναι καλό για μας και επομένως αν θα έχουμε εμπιστοσύνη στη δική μας ή τη δική τους κρίση.
Οι φόροι «αμαρτίας» βρίσκουν υποστηρικτές γιατί υποτίθεται ότι αυξάνουν τα έσοδα και αποθαρρύνουν τη χρήση των «αμαρτωλών» προϊόντων.
Η επιβολή σε πολλές χώρες φορολογίας καπνού έχει αποδειχθεί ότι σώζει ζωές και αυξάνει τα έσοδα.
Οι φόροι «αμαρτίας» όμως δεν αυξάνουν τα έσοδα, εκτός αν οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το προϊόν και δεν σώζουν ζωές, εκτός αν οι άνθρωποι αποφεύγουν τη χρήση του προϊόντος.
Το σύστημα υγείας πρέπει να χρηματοδοτείται από τα γενικά έσοδα που αποκτώνται από το φορολογικό σύστημα, όπως συμβαίνει σε χώρες με εθνικό σύστημα υγείας.
Μια συνολική ή μερική αντικατάσταση της χρηματοδότησης από έναν υποθετικό φόρο κατανάλωσης σε καπνό και αλκοόλ οδηγεί σε πλήρη διαστρέβλωση της αιτιολόγησης της γενικής άμεσης φορολογίας, που είναι η προοδευτική αναλογικότητα της επιβολής της και ο αναδιανεμητικός χαρακτήρας της υπέρ των κοινωνικών δαπανών και επ’ ωφελεία του κοινωνικού συνόλου.
*οικονομολόγος, αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων, με μεταπτυχιακά στη διοίκηση επιχειρήσεων (τραπεζική/χρηματοοικονομική) και διοίκηση μονάδων υγείας