Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Συγχωνεύσεις και συνενώσεις μονάδων υγείας και νοσηλευτικών ιδρυμάτων – διεθνής και ευρωπαϊκή εμπειρία



Συγχωνεύσεις και συνενώσεις μονάδων υγείας και νοσηλευτικών ιδρυμάτων – διεθνής και ευρωπαϊκή εμπειρία
Του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου * 25/3/2014

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και ως σήμερα, οι συγχωνεύσεις μονάδων υγείας σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες (Βρετανία, Σκανδιναβικές χώρες, Γαλλία κλπ) εφαρμόζονται ανά διαστήματα, παρά την εντονότατη αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητάς τους, αποτελώντας αντικείμενο δημόσιου διαλόγου στα πλαίσια μιας συνολικής αναδιοργάνωσης του συστήματος υγείας. Οι υποτιθέμενοι σκοποί της εφαρμογής τους είναι: η μείωση των δαπανών, η βελτίωση της χωροταξικής κατανομής των υπηρεσιών υγείας και η ποιοτική αναβάθμισή τους. Ως κίνητρα των συγχωνεύσεων-ενοποιήσεων νοσοκομείων ή τμημάτων τους, θεωρούνται: η ανάγκη μείωσης του κόστους, η επίτευξη οικονομιών  κλίμακας και σκοπού, η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η βελτίωση της ποιότητας με αύξηση του όγκου δραστηριοτήτων και η μείωση της πολλαπλής εφαρμογής πανομοιότυπων διαδικασιών. Οικονομίες κλίμακας πραγματοποιούνται όταν έχουμε μείωση του μέσου κόστους ως αποτέλεσμα της αύξησης του συνολικού παραγόμενου προϊόντος, ενώ οικονομίες σκοπού πραγματοποιούνται  όταν το κόστος από κοινού παραγωγής δύο προϊόντων είναι μικρότερο από την παραγωγή του χωριστά. Συχνότατα οι συγχωνεύσεις δεν επιτυγχάνουν τους επιδιωκόμενους στόχους, λόγω της έλλειψη μελέτης ή πρόβλεψης όλων των συμμετεχόντων παραγόντων. Κατά το χρονικό διάστημα 1990−2008, σημειώθηκε μείωση στον αριθμό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων (τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και σε αναλογία με τον πληθυσμό) στην μεγάλη πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών, λόγω της εντατικοποίησης της νοσηλείας, μειώνοντας διαχρονικά την αναλογία νοσοκομειακών κλινών ως προς τον πληθυσμό. Στην Ελλάδα υπήρξε  πτωτική πορεία, που ήταν αποτέλεσμα της διακοπής λειτουργίας μικρών ιδιωτικών κλινικών και της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, που περιόρισε τον ρόλο του παραδοσιακού ψυχιατρείου, και της ανάπτυξης εναλλακτικών δομών νοσηλείας (κατ’ οίκον νοσηλεία, μονάδες βραχείας νοσηλείας, χειρουργεία ημέρας κλπ). Παρά την μείωση του αριθμού των γενικών νοσοκομείων ανά εκατομμύριο πληθυσμού σε ευρωπαϊκές χώρες,  το χρονικό διάστημα 1990-2008, και την μικρή αυξητική τους τάση στην Ελλάδα, ο αριθμός τους 16,6 εξακολουθεί να υπολείπεται της Γαλλίας που είναι 30,8, της Γερμανίας που είναι 21,7, της Ιταλίας που είναι 18,5 κλπ. Ακόμη το 2008, η Ελλάδα υπολείπεται σε αριθμό κλινών οξείας νοσηλείας ανά 1.000 κατοίκους που είναι 4,0 έναντι 5,7 της Γερμανίας, 5,6 της Αυστρίας, 5,1 της Τσεχίας κλπ.
Μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Μεγάλη Βρετανία, όπου έλαβαν χώρα 99 συγχωνεύσεις δημόσιων μονάδων υγείας από το 1997, εκτίμησε τα αποτελέσματα της διάλυσης, το 1998 και 1999, 25 μονάδων και τη δημιουργία 11 νέων συγχωνευμένων, δύο έτη μετά την ενοποίηση. Παρουσιάσθηκαν προβλήματα στην παροχή υπηρεσιών των συγχωνευμένων νοσοκομείων, λόγω του νέου καθεστώτος management, και ο πραγματοποιηθείς σχεδιασμός υποεκτίμησε τα χρονοδιαγράμματα εκτέλεσης και την απαιτούμενη προσπάθεια. Το προσωπικό θεωρούσε τους managers ‘απόμακρους’, ενώ αυτοί αισθάνονταν αποκομμένοι από τις διαχειριζόμενες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία εντάσεων και προστριβών, ανάλογα με την εργασιακή προέλευση του προσωπικού. Ακόμη, αυξήθηκε αισθητά ο χρόνος πρόσβασης στα συγχωνευμένα νοσοκομεία που πλέον κάλυπταν ευρύτερες γεωγραφικά περιοχές. Αντίθετα, θεωρήθηκε αποδοτικότερη η διαχείριση μικρότερων υπηρεσιών εξαιτίας του μεγαλύτερου αριθμού κλινικών γιατρών και τα συστήματα οργάνωσης-διαχείρισης, κλινικής αξιολόγησης και ελέγχου εκτιμήθηκαν ως βελτιωμένα. Λόγω της δημιουργίας μεγαλύτερων οργανισμών, παρασχέθηκαν αυξημένες ευκαιρίες εκπαίδευσης και εξέλιξης του προσωπικού με ενίσχυση των επαγγελματικών δικτύων. Οι managers θεώρησαν ότι οι τοπικές κοινωνίες ενίσχυαν της τοπικές μονάδες υγείας, λόγω της μεγέθυνσής τους. Αν και παρουσιάσθηκε εξοικονόμηση χρημάτων, λόγω της μείωσης του διαχειριστικού κόστους, αυτή υστερούσε σημαντικότατα από τον τεθέντα προς επίτευξη αρχικό στόχο. Από αντίστοιχη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στη Νορβηγία, διερεύνησης των συνεπειών επτά συγχωνεύσεων  σε 17 μη ψυχιατρικά νοσοκομεία το χρονικό διάστημα 1992-2000, προέκυψαν τα εξής : αύξηση της αποδοτικότητάς τους 3,6-12,9% κατά το διάστημα προ της πραγματοποίησης των συγχωνεύσεων, μηδενική επίπτωση των συγχωνεύσεων στην τεχνική αποδοτικότητα, μείωση της αποδοτικότητας 2-2,8% μετά τις συγχωνεύσεις και δημιουργία ευκαιριών μισθολογικής αναδιαπραγμάτευσης. Έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη Δανία, για συγχωνεύσεις σε πέντε περιοχές της το 2008, απέδειξε  μεσοσταθμικά εξοικονόμηση πόρων 19,5-22,5%, με ακραία περίπτωση πολύ μεγαλύτερου ποσοστιαίου κέρδους αλλά και περιπτώσεις ελαφρά αρνητικών συνεπειών. Προέκυψε ότι ο άριστος τρόπος μείωσης του κόστους, είναι η μεγέθυνση της τεχνικής αποδοτικότητας και όχι η συνένωση με βάση το μέγεθος. Ως τεχνική αποδοτικότητα, θεωρείται η επίτευξη του βέλτιστου δυνατού αποτελέσματος, χρησιμοποιώντας μια ή περισσότερες εισροές στην παραγωγική διαδικασία. Στη Σουηδία σε έρευνα για την ενοποίηση δύο εγκαταστάσεων νοσοκομείων το 1996, μόνο το 10% του ερωτώμενου υγειονομικού προσωπικού απάντησε θετικά στο ερώτημα για τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας και βελτίωση της ποιότητας λόγω της συγχώνευσης.
Κατά την περασμένη δεκαετία έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 100 συγχωνεύσεις νοσοκομείων στην Μεγάλη Βρετανία. Οι αιτίες που συνήθως δίνονται για τη συγχώνευση νοσοκομείων, είναι ότι εξοικονομούνται χρήματα και ότι οδηγούν σε καλύτερη ποιότητα φροντίδας. Η συνεχιζόμενη αναδιοργάνωση, με αυτό τον τρόπο, είναι πραγματικά επωφελής; Στις ΗΠΑ η συνένωση οφείλεται σε αρκετά κύματα συγχωνεύσεων, σε αντίθεση με την Ευρώπη που οφείλεται κυρίως στην κυβερνητική πολιτική. Στην Μεγάλη Βρετανία περισσότερα από τα μισά γενικά νοσοκομεία, συγχωνεύθηκαν μεταξύ 1997 και 2006. Στη Νορβηγία, όλα τα δημόσια νοσοκομεία συγχωνεύθηκαν σε τέσσερις περιφερειακές επιχειρήσεις υγείας το 2004. Συγχωνεύοντας τις υπηρεσίες, μειώνεται ο αριθμός των νοσοκομείων, περιορίζεται η επιλογή των ασθενών και μεγαλώνει η χιλιομετρική απόσταση  για την μετάβαση στο πλησιέστερο νοσοκομείο, που δικαιολογείται μόνο αν η αύξηση του χρόνου μετάβασης συνδυάζεται με μια βελτιωμένη υπηρεσία. Η συγχώνευση των νοσοκομείων, μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερη ποιότητα. Καθώς τα νοσοκομεία λαμβάνουν μια σταθερή τιμή ανά ασθενή, γνωστή ως ταρίφα, έχουν ένα κίνητρο να βελτιώσουν την ποιότητα για να προσελκύσουν περισσότερους ασθενείς. Αυτό το κίνητρο είναι πιθανό να είναι δυνατότερο, όταν υπάρχουν κοντινά ανταγωνιστικά νοσοκομεία, παρά όταν υπάρχει μονοπώλιο. Στην Μεγάλη Βρετανία, υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία για τις αρνητικές συνέπειες των συγχωνεύσεων νοσοκομείων στον ανταγωνισμό. Σε μία πρόσφατη μελέτη, διερευνώντας αν οι συγχωνεύσεις νοσοκομείων επηρεάζουν την ποιότητα της φροντίδας, διαπιστώθηκε ότι τα συγχωνευόμενα νοσοκομεία έχουν ένα κίνητρο να μειώσουν την ποιότητα  Μειώνοντας την ποιότητα, τα συγχωνευόμενα νοσοκομεία εξοικονομούν κόστη και αυξάνουν τα έσοδα και τα κέρδη τους. Η ποιότητα άλλων νοσοκομείων στην ίδια γεωγραφική περιοχή είναι επίσης πιθανό να μειωθεί, καθώς η πίεση του ανταγωνισμού στην αγορά είναι μειωμένη μετά τη συγχώνευση. Συνεπώς, οι συγχωνεύσεις νοσοκομείων μπορεί να είναι επιβλαβείς για τους ασθενείς όχι μόνο λόγω της μεγαλύτερης χιλιομετρικής απόστασης, αλλά και της χαμηλότερης ποιότητας φροντίδας. Αν τα συγχωνευμένα νοσοκομεία μπορούν να αντιμετωπίσουν τους ασθενείς περισσότερο αποτελεσματικά μετά τη συγχώνευση, τότε η ποιότητα μπορεί να αυξηθεί. Οι αρχές, θα έπρεπε να επιτρέπουν μόνο εκείνες τις συγχωνεύσεις νοσοκομείων, που μπορούν να επιδείξουν σημαντικότατες μειώσεις στα κόστη θεραπευτικής αντιμετώπισης των ασθενών.       
Τα αποτελέσματα εμπειρικών μελετών για τις συγχωνεύσεις νοσοκομείων, δεν είναι πολύ υποσχόμενα. Οι περισσότερες μελέτες βρίσκουν ότι οι συγχωνεύσεις νοσοκομείων τείνουν να αυξήσουν τις τιμές, χωρίς αξιοσημείωτες βελτιώσεις στην παρεχόμενη ποιότητα. Αυτή η έρευνα βασίστηκε σε δεδομένα από τις ΗΠΑ, όπου οι παροχές και οι τιμές της νοσοκομειακής φροντίδας ισχύουν για τις ιδιωτικές αγορές. Επομένως, δεν είναι σαφές ότι τα αποτελέσματα είναι έγκυρα για συστήματα φροντίδας υγείας τύπου Ε.Σ.Υ. Μία εξαίρεση είναι μια πρόσφατη μελέτη, που διερεύνησε τις συνέπειες του κύματος των συγχωνεύσεων αγγλικών νοσοκομείων μεταξύ 1997 και 2006. Χρησιμοποιώντας έναν αριθμό μετρήσεων που συμπεριελάμβανε χρηματοοικονομική απόδοση, παραγωγικότητα, χρόνους αναμονής και κλινική ποιότητα, οι ερευνητές βρήκαν λίγες ενδείξεις ότι οι συγχωνεύσεις πέτυχαν κέρδη πέρα από μία μείωση στη δραστηριότητα, η οποία πιθανά δεν μπορεί να θεωρηθεί κέρδος. Στις περισσότερες χώρες, εκτός ΗΠΑ, οι συγχωνεύσεις νοσοκομείων δεν υπόκεινται σε αντιμονοπωλιακές νομοθετικές ρυθμίσεις, που υπάρχουν για να εξασφαλίσουν ότι ο ανταγωνισμός είναι δίκαιος και ότι υπάρχουν οφέλη για τους πολίτες. Τα στοιχεία αποδεικνύουν, ότι μπορεί να μην  είναι μια καλή στρατηγική από τις κυβερνήσεις. Η πρακτική των συγχωνεύσεων, αποτελεί προσφιλή μέθοδο αρκετών ευρωπαϊκών χωρών και είναι αποδοτική σε κάποιες περιπτώσεις. Ωστόσο, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και συνεκτίμηση όλων των συμμετεχόντων παραγόντων στη διαμόρφωση των συγχωνεύσεων. Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι υφίστανται παράμετροι που είναι δύσκολο να υπολογισθούν, όπως είναι οι πιθανές καθυστερήσεις στην απόδοση των νέων συγχωνευμένων υπηρεσιών, οι αντιδράσεις των εργαζομένων που εκδηλώνουν απροθυμία στις αλλαγές και η ικανοποίηση των ασθενών. Επίσης, λόγω των συγχωνεύσεων, μπορεί να αυξηθεί ο χρόνος πρόσβασης στα νοσοκομεία, κυρίως για τη λήψη εξειδικευμένης φροντίδας. Οι σύγχρονες τάσεις συγκλίνουν στη συνένωση δυνάμεων, στη μείωση του κόστους νοσηλείας (μείωση κλινών και μέσης διάρκειας νοσηλείας), στην αύξηση της αποδοτικότητας των νοσοκομείων, στη συγκέντρωση και επανατοποθέτηση των υπηρεσιών υγείας και στη βελτίωση της πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας.

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email: nikokal02@yahoo.gr, website: www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com



Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Σύνδεση κρατικής παρέμβασης στην υγεία με τις αρχές της αποδοτικότητας, ισότητας και αποτελεσματικότητας



Σύνδεση κρατικής παρέμβασης στην υγεία με τις αρχές της    αποδοτικότητας, ισότητας και αποτελεσματικότητας
Του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου * 18/3/2014

Η κρατική παρέμβαση στον τομέα της υγείας, οφείλει να προβαίνει σε οικονομική αξιολόγηση των προγραμμάτων υγείας (άριστη κατανομή σπάνιων πόρων) υπό κοινωνική οπτική, λαμβάνοντας υπόψη τα βασικά κριτήρια της οικονομικής αποδοτικότητας, της ισότητας ή ισοτιμίας και της οικονομικής αποτελεσματικότητας. Ως οικονομική αποδοτικότητα, ορίζεται η επίτευξη του στόχου της μεγιστοποίησης βελτιώσεων στην υγεία, παραγόμενες από δεδομένο επίπεδο δημόσιας δαπάνης. Ως ισότητα, θεωρείται η δίκαιη κατανομή των επιτευχθεισών βελτιώσεων στο κοινωνικό σύνολο. Ως οικονομική αποτελεσματικότητα, ορίζεται η ανάλυση κόστους – αποτελεσματικότητας που προκύπτει από  συνεκτίμηση της αποτελεσματικότητας μιας παρέμβασης και του κόστους των διατεθέντων πόρων, για την επίτευξη του βαθμού αποτελεσματικότητας.
Η οικονομική αποδοτικότητα διακρίνεται σε τεχνική και κατανεμητική αποδοτικότητα. Η τεχνική αποδοτικότητα αναφέρεται στη βελτιστοποίηση της τεχνολογίας, είτε μεγιστοποιώντας την παραγόμενη ποσότητα προϊόντος με δεδομένο κόστος παραγωγής, είτε ελαχιστοποιώντας το κόστος παραγωγής δεδομένης ποσότητας προϊόντος. Συγκρίνονται δηλαδή, διαφορετικοί τρόποι παραγωγής συγκεκριμένου προϊόντος δίχως να εξετάζονται εναλλακτικές χρήσεις των χρησιμοποιηθέντων πόρων, για την παραγωγή άλλων προϊόντων. Η κατανεμητική αποδοτικότητα αναφέρεται στη βελτιστοποίηση μιας ομάδας παραγόμενων προϊόντων, δεδομένων των κοινωνικών προτιμήσεων και της τεχνολογίας παραγωγής. Η κατανεμητική εμπεριέχει την τεχνική αποδοτικότητα, εξετάζοντας την άριστη κατανομή πόρων μεταξύ διάφορων εναλλακτικών χρήσεων, με την έννοια της επιλογής παραγωγής μεταξύ διαφορετικών αγαθών.  
Η ισότητα, διαχωρίζεται στην οριζόντια και κάθετη ισότητα. Ως οριζόντια ισότητα, θεωρούμε την ίση μεταχείριση μεταξύ ίσων, απαιτώντας οι προσβάσιμες φροντίδες υγείας, από το σύνολο των ατόμων που πάσχει από συγκεκριμένη ασθένεια, να είναι της ίδιας ποιότητας και ποσότητας. Ως κάθετη ισότητα, θεωρούμε την άνιση μεταχείριση των άνισων, απαιτώντας οι προσβάσιμες φροντίδες υγείας, από άτομα που πάσχουν από διαφορετικές ασθένειες, να είναι ποιότητας και ποσότητας ανάλογης με τη βαρύτητα της νόσου. Άλλοι διαχωρισμοί της ισότητας είναι : ισότητα στη δαπάνη (ίδιο ποσό δαπάνης για ίσης νοσηρότητας άτομα), ισότητα στην πρόσβαση (ίση πρόσβαση σε ίσης ποιότητας και ποσότητας υπηρεσίες για ίσης νοσηρότητας άτομα), ισότητα στη χρήση (χρησιμοποίηση υπηρεσιών υγείας  ίσης ποσότητας και ποιότητας για ίσης νοσηρότητας άτομα), ισότητα στο αποτέλεσμα (αποκατάσταση ίσου επιπέδου υγείας, μέσω των υπηρεσιών υγείας, σε ίσης νοσηρότητας πριν την επέμβαση χρήστες).
Η ανάλυση κόστους – αποτελεσματικότητας, υπολογίζει το όφελος σε διασωθέντα έτη ζωής ή μετρά τη βελτίωση της υγείας, οφειλόμενη σε συγκεκριμένη παρέμβαση με χρήση άλλων φυσικών ή υγειονομικών μονάδων. Αυτή αφορά σε παρεμβάσεις σε προγράμματα που στοχεύουν σε ίδιο αποτέλεσμα, με ενδεχόμενη διαφοροποίηση του τρόπου επίτευξής του. Η διαφορά της μεθόδου από την ανάλυση κόστους – οφέλους, είναι η επιλογή εναλλακτικών χρήσεων της δαπάνης για την επίτευξη του αναμενόμενου αποτελέσματος με την μέτρηση να πραγματοποιείται σε φυσικούς όρους ή υγειονομικούς δείκτες και όχι με την αποτύπωση σε χρηματικούς όρους. Τα αποτελέσματά της, εκφράζονται σε κόστος ανά μονάδα αποτελέσματος.
Το σύστημα υγείας χρηματοδοτείται από τα γενικά έσοδα που αποκτώνται από το φορολογικό σύστημα, στις χώρες με εθνικό σύστημα υγείας, και μια συνολική ή μερική αντικατάσταση της χρηματοδότησης από ειδικούς φόρους κατανάλωσης σε διάφορα εθιστικά προϊόντα (π.χ. καπνός, αλκοόλ κλπ), οδηγεί σε τρία κύρια ερωτήματα για την αποδοτικότητά της :
-Ποια είναι η επίδραση του νέου φόρου στην οικονομική συμπεριφορά και σε ποια έκταση, θα δημιουργήσει μια παραμόρφωση και ανακατανομή των πόρων; Αν ο υγειονομικός φόρος επιβληθεί στην κατανάλωση διαφόρων εθιστικών προϊόντων, ποια θα είναι η συνέπεια σε πωλητές και αγοραστές, τα επίπεδα κατανάλωσης και των τιμών; Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει, ότι οι δημιουργηθείσες παραμορφώσεις από αυτούς που καταναλώνουν εθιστικά προϊόντα είναι αξιόλογες. Επίσης, ένας φόρος δεν προκαλεί συνέπειες αποκλειστικά σε αυτούς που τον πληρώνουν.
-Η μέθοδος χρηματοδότησης, θα έπρεπε να είναι σχετική με την επίτευξη ενός βέλτιστου επιπέδου χρηματοδότησης για τη φροντίδα υγείας. Αν η φορολογική βάση δεν είναι αρκετά ευρεία ή δεν παρέχει αρκετά έσοδα, θα περιορίσει το επίπεδο της δαπάνης για τη φροντίδα υγείας. Είναι επίσης ενδιαφέρον, να κρίνουμε αν η μέθοδος χρηματοδότησης  έχει ένα ρόλο να παίξει στον προσδιορισμό του επιπέδου της δαπάνης που θα έπρεπε να χρηματοδοτήσει τη φροντίδα υγείας, συγκριτικά με άλλες πολιτικές δαπανών.
-Η μέθοδος χρηματοδότησης μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματική κατανομή των πόρων, εντός του τομέα της φροντίδας υγείας.  
Υπάρχει μια δικαιολόγηση της αρχής της ισότητας, για την επιβολή φόρου στους καπνιστές ή καταναλωτές εθιστικών προϊόντων, αν συνυπολογισθεί η ‘αρχή του οφέλους’. Αυτή η αρχή θεωρεί ότι όσοι λαμβάνουν μεγαλύτερα οφέλη από τις κυβερνητικές δραστηριότητες,  θα έπρεπε να φορολογούνται βαρύτερα από αυτούς που λαμβάνουν λιγότερα οφέλη και θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η επιβολή ενός ‘τέλους χρήστη’, που τον ‘χρεώνει’ για τις δημιουργηθείσες αρνητικές εξωτερικές επιβαρύνσεις. Με δεδομένες τις επιβλαβείς συνέπειες που συνδέονται π.χ. με το κάπνισμα, είναι σαφές ότι οι καπνιστές είναι πιθανότερο να υποφέρουν από νοσηρότητα και ανικανότητα και να διεκδικούν ένα δυσανάλογο μερίδιο των ιατρικών δαπανών, για ιατρική φροντίδα και πληρωμές ανικανότητας. Επομένως, αυτό αντισταθμίζει την μείωση των απαιτήσεων για συντάξεις και άλλες δαπάνες,  που οφείλονται  στον χαμηλότερο μέσο όρο του προσδόκιμου ζωής. Η ικανότητα για πληρωμή και οι αρχές του οφέλους, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Σύμφωνα με την πρώτη, οι βαρείς καπνιστές δεν θα έπρεπε να πληρώνουν περισσότερους φόρους αν είναι οι φτωχότεροι, αλλά σύμφωνα με τη δεύτερη θα έπρεπε να χρηματοδοτούν τα κόστη της φροντίδας υγείας που δημιουργούν με τον τρόπο κατανάλωσής τους. Οι αρχές της ισότητας είναι υποκειμενικές και εξαρτώνται από την επικρατούσα γενική άποψη, σε κάθε στιγμή και χώρα. Σήμερα είναι ευρέως αποδεκτό, ότι η ισότητα στη χρηματοδότηση της φροντίδας υγείας επιτυγχάνεται μέσω της αρχής της ικανότητας πληρωμής. Η αρχή της ικανότητας πληρωμής, φαίνεται να είναι ένας καλός τρόπος σχεδιασμού της χρηματοδότησης του συστήματος της φροντίδας υγείας, αν θεωρήσουμε ότι η δημόσια φροντίδα υγείας βασίζεται στη συμμετοχή στον κίνδυνο και ότι στόχος του δημόσιου τομέα είναι η αναδιανομή του εισοδήματος.
Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε για την αποτελεσματικότητα του φόρου κατανάλωσης επί των διάφορων εθιστικών προϊόντων, θα πρέπει να αναλυθούν αρκετές διαστάσεις της ζήτησης όπως : το συνολικό επίπεδο της κατανάλωσης, η διάδοση των συνηθειών και οι αποφάσεις έναρξης και τερματισμού της χρήσης π.χ. του καπνού, πως οι αντιδράσεις ποικίλλουν μεταξύ ομάδων με διαφορετικά χαρακτηριστικά (ειδικά νέων ανθρώπων), οι συνέπειες των φόρων στο λαθρεμπόριο και τα διασυνοριακά ψώνια και οι επιδράσεις των φόρων στις δυσμενείς συνέπειες του εθισμού. Ο καπνός και το αλκοόλ  φορολογούνται συνήθως παραπάνω από μία φορά και, εκτός του Φ.Π.Α., επιβάλλεται φόρος κατανάλωσης.  
Με δεδομένο τον εθιστικό χαρακτήρα του προϊόντος, η φορολογία κατανάλωσης είναι ιδιαίτερα ελκυστική για τους νομοθέτες. Τα τσιγάρα και τα άλλα προϊόντα καπνού έχουν φορολογηθεί για αιώνες, λόγω  της ανελαστικότητας ζήτησης και πρόσφατα λόγω της πρόθεσης μείωσης της κατανάλωσης. Υπάρχει μια ευρεία αποδοχή, ότι αυτά τα προϊόντα θα έπρεπε να φορολογούνται βαρύτερα από άλλα αγαθά. Πάραυτα, δεν υπάρχει ένα μοναδικό επίπεδο βέλτιστης φορολόγησης, από τη στιγμή που αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις, τους στόχους της πολιτικής και την προτεραιότητα ανάμεσά τους.  Το επίπεδο φορολογίας στον καπνό διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών, δημιουργώντας ζήτημα δύσκολης εναρμόνισης στην ΕΕ. Από τη στιγμή που οι επιβλαβείς εθισμοί δείχνουν ευαισθησία στην τιμή, αυτές οι συμπεριφορές μπορούν να αποθαρρύνονται με τη φορολογία. Παρά την ύπαρξη ευρείας αποδοχής στη βαρύτερη φορολόγηση αυτών των προϊόντων, συγκριτικά με άλλα αγαθά, δεν μπορεί να προσδιορισθεί το επίπεδο βέλτιστης φορολόγησής τους με τήρηση και εφαρμογή των αρχών της αποδοτικότητας, ισότητας και αποτελεσματικότητας. Με την υπερφορολόγηση των προϊόντων καπνού και άλλων εθιστικών προϊόντων, παραβιάζονται κατάφωρα οι αρχές της φοροδοτικής ικανότητας και της προοδευτικής αναλογικότητας επιβολής του φόρου, αγνοώντας παντελώς και τον αναδιανεμητικό χαρακτήρα της φορολογίας.

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email : nikokal02@yahoo.gr, website : www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com


 


Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Περιπτώσεις κρατικής παρέμβασης στην υγεία – Φόροι κατανάλωσης σε καπνό και αλκοόλ



Περιπτώσεις κρατικής παρέμβασης στην υγεία – Φόροι κατανάλωσης σε καπνό και αλκοόλ
Του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*   15/3/2014

Δύο περιπτώσεις κρατικής παρέμβασης, είναι οι φόροι κατανάλωσης που επιβάλλονται σε καπνό - τσιγάρα και αλκοολούχα ποτά.  Οι λεγόμενοι φόροι ‘αμαρτίας’, όπως έχει διεθνώς επικρατήσει να ονομάζονται, επιβάλλονται σε εκείνα τα αγαθά, όπως ο καπνός και το αλκοόλ, που είναι αντικείμενα ευρείας αποδοκιμασίας. Τέτοιοι φόροι, είναι συχνά επιτρεπτοί επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι (συμπεριλαμβάνονται αρκετοί καπνιστές και οι μετριοπαθείς πότες), αισθάνονται ότι υπάρχει κάτι αμυδρά ανήθικο στην κατανάλωση καπνού και αλκοόλ. Σκέφτονται ότι αυτοί οι φόροι ‘αμαρτίας’, ‘χτυπάνε με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια’ : η πολιτεία αποκτά περισσότερα έσοδα και οι ‘κακές συνήθειες’ γίνονται ακριβότερες. Οι φόροι ‘αμαρτίας’ δεν είναι ένας τεχνικός όρος στα οικονομικά, αλλά μια μορφή φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται σε μερικά αγαθά. Διαφέρουν από ένα γενικό φόρο επί των πωλήσεων (π.χ. Φ.Π.Α.), που επιβάλλεται στο σύνολο των αγαθών (με συγκεκριμένες ελάχιστες εξαιρέσεις). Αυτό σημαίνει, ότι επιβάλλονται επιπρόσθετα ενός φόρου επί των πωλήσεων.
Η μακροπρόθεσμη συνέπεια ενός φόρου κατανάλωσης, είναι μία μείωση στην προσφορά του αγαθού επί του οποίου επιβλήθηκε ο φόρος, οδηγώντας σε μια αύξηση της τιμής που οι καταναλωτές πρέπει να πληρώσουν. Αν αυτοί που τοποθετούν για αγορά το προϊόν, συνεχίσουν να το παράγουν στην ίδια ποσότητα δεν θα μπορούν να αυξήσουν την τιμή του. Αν οι καταναλωτές, εξακολουθούσαν να είναι πρόθυμοι να πληρώσουν για την πραγματική τιμή του αγαθού συν τον φόρο, οι παραγωγοί θα μπορούσαν επιτυχώς να χρεώσουν αυτό το ποσό χωρίς να συνυπολογίσουν την επιβολή του φόρου. Αυτό θα μας έδειχνε, ότι χρέωσαν λιγότερο από αυτό που η διακίνηση του αγαθού θα επέτρεπε. Και γιατί να μην χρεώσουν περισσότερο για το προϊόν; Μετά από όλα αυτά, δεν θα μπορούσαν να είχαν επωφεληθεί των όποιων ανελαστικοτήτων ζήτησης του προϊόντος, πριν την επιβολή του φόρου; Έτσι, αν συνεχίσουν να πουλούν την ίδια ποσότητα προϊόντος στην αγορά με τον πρόσφατα επιβληθέντα φόρο, δεν θα μπορούν να πάρουν περισσότερα από ότι θα έπαιρναν με την παλιά τιμή. Από τη στιγμή που αυτή η τιμή δεν θα τους αποζημιώνει για τα νέα υψηλότερα κόστη, ορισμένες επιχειρήσεις θα πρέπει να μειώσουν την προσφορά των προϊόντων. Η έξοδος των οριακών επιχειρήσεων από την παραγωγή των προϊόντων, ως αποτέλεσμα των υψηλότερων φόρων, συμβάλλει στην μείωση της προσφοράς. Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγοί δεν ελέγχουν άμεσα τις τιμές, στις οποίες θα πουλήσουν τα προϊόντα τους.
Μόνο η μεταβολή της προσφοράς ή της ζήτησης, θα τους καταστήσει ικανούς να τροποποιήσουν την τιμή. Η αύξηση της ζήτησης πρακτικά αποκλείεται, ως μέσο για να αντισταθμίσουν τα υψηλότερα κόστη παραγωγής. Αν ο χειρισμός της ζήτησης ήταν δυνατός, θα είχαν πράξει έτσι πριν την αύξηση στα κόστη παραγωγής. Έτσι, αυτό που αλλάζει την τιμή είναι η ελάττωση στην προσφορά του αγαθού. Συνεπώς, η μείωση στην προσφορά σημαίνει ότι λιγότερο εμπόρευμα θα καταναλωθεί. Το πώς θα σκεφθούμε για τους φόρους κατανάλωσης εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από το πώς σκεφτόμαστε για τους φόρους γενικά. Ο γενικός σκοπός τους είναι η αύξηση των εσόδων και η χρηματοδότηση  των κυβερνητικών δαπανών, ειδικά στον τομέα της υγείας. Αν η κυβέρνηση έπαιρνε τα χρήματα και τα πέταγε στο φούρνο, θα υπήρχε μείωση στην προσφορά χρήματος. Τα απομένοντα χρήματα θα ήταν αρκετά για να αγοράσουν την ίδια ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών, λόγω της επακόλουθης μείωσης των τιμών. Αυτό που ενδιαφέρει, επομένως, είναι οι συνέπειες της κυβερνητικής απόφασης σε πραγματικούς όρους : τα αγαθά και οι υπηρεσίες που δεν θα είναι πλέον διαθέσιμα και η επακόλουθη αύξηση των τιμών. Ακόμη κι άνθρωποι  που δεν πληρώνουν φόρους (άμεση φορολογία), πληρώνουν για αυτά τα αγαθά, με την μορφή των υψηλότερων τιμών, γιατί πραγματικά τα επιθυμούν. Οι άνθρωποι, μερικές φορές, είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν φόρους κατανάλωσης σε ‘αμαρτωλά’ προϊόντα, όπως ο καπνός και το αλκοόλ, από ένα αίσθημα ότι αυτή είναι μία νόμιμη τιμωρία για τέτοιες απολαύσεις.
Μερικές φορές βέβαια, ο εμφανής σκοπός τέτοιων φόρων είναι η αποθάρρυνση χρήσης του προϊόντος και η μείωση της ποσότητας του καταναλωθέντος προϊόντος. Πολλοί θα αναρωτιούνται, αν μία τέτοια πατερναλιστική δράση εκ μέρους της κυβέρνησης είναι αιτιολογημένη. Θα αναρωτηθούν, τι κάνει τους πολιτικούς καλύτερους δικαστές για το τι είναι καλό για μας και επομένως αν θα έχουμε εμπιστοσύνη στη δική μας ή τη δική τους κρίση. Κατά περίσταση, οι φόροι ‘αμαρτίας’ βρίσκουν υποστηρικτές γιατί υποτίθεται ότι αυξάνουν τα έσοδα και αποθαρρύνουν τη χρήση των ‘αμαρτωλών’ προϊόντων. Κατά πολλούς ειδικούς, η επιβολή στον Καναδά φορολογίας καπνού έχει αποδειχθεί ότι σώζει ζωές και αυξάνει τα έσοδα. Οι φόροι ‘αμαρτίας’ όμως, δεν αυξάνουν τα έσοδα, εκτός αν οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το προϊόν, και δεν σώζουν ζωές, εκτός αν οι άνθρωποι αποφεύγουν τη χρήση του προϊόντος.
Θεωρώντας ότι το σύστημα υγείας χρηματοδοτείται από τα γενικά έσοδα, που αποκτώνται από το φορολογικό σύστημα (όπως συμβαίνει σε χώρες με εθνικό σύστημα υγείας), μια συνολική ή μερική αντικατάσταση της χρηματοδότησης από έναν υποθετικό φόρο κατανάλωσης επί του καπνού ή και του αλκοόλ, οδηγεί σε καταφανή διαστρέβλωση της αιτιολόγησης της γενικής άμεσης φορολογίας, που είναι η προοδευτική αναλογικότητα της επιβολής της και ο αναδιανεμητικός χαρακτήρας της, υπέρ των κοινωνικών δαπανών και επ’ ωφελεία του κοινωνικού συνόλου.

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email : nikokal02@yahoo.gr, website : www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Κρατική παρέμβαση και Συστήματα Υγείας



Κρατική παρέμβαση και Συστήματα Υγείας
Του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου * 11/3/2014

Πέραν της ιστορικής προσέγγισης, που ανέδειξε τους  λόγους για τη συγκρότηση της πολιτικής υγείας, η οικονομική προσέγγιση μπορεί να ερμηνεύσει τους λόγους κρατικής παρέμβασης στον τομέα της υγείας. Σύμφωνα με τη δημόσια οικονομική, το κράτος παρεμβαίνει στην οικονομία εξαιτίας των ατελειών και αδυναμιών της ανταγωνιστικής αγοράς. Συγκεκριμένα, το κράτος παρεμβαίνει για να : εφοδιάσει την οικονομία με δημόσια αγαθά, αγαθά και υπηρεσίες στις επιθυμητές ποσότητες, επεκτείνει τις δραστηριότητες που δημιουργούν εξωτερικές οικονομίες, περιορίσει τις δραστηριότητες που δημιουργούν εξωτερικές επιβαρύνσεις, ελέγξει τα μονοπώλια και παρεμποδίσει τη δημιουργία νέων, αναδιανείμει το εισόδημα και τον πλούτο για την επίτευξη της άριστης ή κοινωνικά επιθυμητής διανομής, σταθεροποιήσει την οικονομία, ανακατανείμει τα μέσα παραγωγής στην απαιτούμενη έκταση για πραγματοποίηση της κοινωνικά επιθυμητής οικονομικής ανάπτυξης.
Η παραγωγή ενός αγαθού, έχει ένα όφελος και ένα κόστος για όποιον το παράγει. Για την παραγωγή ενός αγαθού, θα δαπανήσει χρήματα έχοντας ένα κόστος. Όταν το αγαθό πουλιέται, εισπράττει χρήματα έχοντας όφελος. Υπάρχουν περιπτώσεις που η παραγωγή του αγαθού μπορεί να προκαλέσει όφελος ή κόστος και για την υπόλοιπη κοινωνία, εκτός του παραγωγού που το παράγει. Π.χ. η παραγωγή του αγαθού εκπαίδευση, επιφέρει όφελος συνολικά στην κοινωνία, πέραν του οφέλους που αποκομίζει όποιος ‘καταναλώνει’ την εκπαίδευση. Ένα εργοστάσιο που μολύνει ρίχνοντας τα λήμματά του σε ποταμό, πέραν του κόστους που έχει ο ιδιοκτήτης για να παράγει το αγαθό, έχει κόστος για όλη την κοινωνία από την μόλυνση του ποταμού. Όταν μία παραγωγική δραστηριότητα δημιουργεί εξωτερικές οικονομίες, σημαίνει ότι δημιουργείται όφελος για το σύνολο της κοινωνίας, πέραν του οφέλους που αποκομίζει το συγκεκριμένο άτομο. Αντίστοιχα, όταν η παραγωγική δραστηριότητα δημιουργεί εξωτερική επιβάρυνση, δημιουργείται και πρόσθετο κόστος για το σύνολο της κοινωνίας, πέραν του ατομικού κόστους.
Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, σε περίπτωση ανυπαρξίας κρατικής παρέμβασης στην υγεία, δεν θα αγόραζε υπηρεσίες υγείας ή θα τις αγόραζε σε μικρότερη ποσότητα από την απαιτούμενη, με αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της υγείας του. Οι λόγοι παρέμβασης του κράτους στον τομέα της υγείας, είναι:  -παραγωγή του αγαθού ‘υπηρεσίες υγείας’ και παροχή του στους πολίτες σε σχετικά χαμηλή τιμή, συγκριτικά με την ισχύουσα στην αγορά, -προσδιορισμός της κοινωνικά άριστης ποσότητας του αγαθού, αφού οι ασφαλισμένοι δεν έχουν συμφέρον να αποκαλύψουν τις πραγματικές τους προτιμήσεις για την ποσότητα των ζητούμενων υπηρεσιών υγείας, ενώ οι ιατροί και οι επαγγελματίες υγείας είναι ταυτόχρονα και προμηθευτές του αγαθού, αλλά και οι καθορίζοντες τη ζήτηση υπηρεσιών υγείας, λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι των ασθενών, -παραγωγή του αγαθού ‘υπηρεσίες υγείας’, που έχει σημαντικές θετικές επιπτώσεις στο σύνολο της κοινωνίας.
Ο σημαντικότερος βέβαια λόγος κρατικής παρέμβασης στον τομέα της υγείας, είναι για την  εξασφάλιση ομαλής αναπαραγωγής της κοινωνίας και προστασίας των πολιτών της από τον κίνδυνο της ασθένειας και ανικανότητας. Ακόμη και σε χώρες με αναπτυγμένο τον ιδιωτικό τομέα  υγείας, ουσιαστικά αυτό που προσφέρεται είναι το τελικό προϊόν των ‘υπηρεσιών υγείας’. Για την παραγωγή του πρέπει να υπάρξει μία πολύπλοκη παραγωγική διαδικασία, που ο ιδιωτικός τομέας δεν εξασφαλίζει. Για τη δημιουργία γιατρών, θα πρέπει να έχουν εκπαιδευθεί κατάλληλα κάποιοι πολίτες. Η εκπαίδευση των γιατρών είναι μία πολυδάπανη και πολύπονη διαδικασία και δεν αποφέρει κέρδος σε κανένα ιδιώτη, που απλά επιθυμεί κάποιους γιατρούς για το ιδιωτικό του νοσοκομείο. Επιπλέον, για την παραγωγή φαρμάκων απαιτείται πολυδάπανη έρευνα δεκαετιών, για την επίτευξη του τελικού επιθυμητού αποτελέσματος. Προφανέστατα, κανένας ιδιώτης δεν δύναται να οργανώσει ατομικά ολόκληρη την απαιτούμενη παραγωγική διαδικασία, για την παραγωγή του τελικού προϊόντος των υπηρεσιών υγείας. Επίσης, κανένας καταναλωτής δεν μπορεί να ‘χρεωθεί’  ατομικά το συνολικό κόστος της απαιτούμενης παραγωγικής διαδικασίας, για την αγορά του τελικού προϊόντος των υπηρεσιών υγείας. Ο παραγωγός και ο καταναλωτής μπορούν να παράγουν και να καταναλώνουν το τελικό προϊόν χρησιμοποιώντας, χωρίς άμεση αποπληρωμή, τη συνολική παραγωγική διαδικασία.
Το αγαθό ‘υπηρεσίες υγείας’ θεωρείται από το κράτος ως ένα αγαθό που θα πρέπει οι πολίτες να καταναλώνουν, ανεξαρτήτως της θέλησής τους, για τη διατήρηση της υγείας τους σε ικανοποιητικό επίπεδο. Στην περίπτωση μη κατανάλωσης υπηρεσιών υγείας και ασθένειας, το κόστος αποκατάστασης της υγείας δεν επηρεάζει μόνο τους ασθενείς, αλλά το κοινωνικό σύνολο. Τα χαρακτηριστικά που εντάσσουν την υγεία στα δημόσια αγαθά είναι : η απόλαυσή του από κάποιους δεν το στερεί ταυτόχρονα από κάποιους άλλους, δεν θεωρείται σκόπιμο να αποκλείονται από αυτό όσοι δεν μπορούν να το πληρώσουν, το προϊόν δεν είναι ομοιογενές, υπάρχει ασύμμετρη πληροφόρηση του καταναλωτή σε σχέση με τον γιατρό και δεν μπορεί να αποφασίσει ο ίδιος για το επιλέξιμο προϊόν, η αβεβαιότητα είναι εντονότατη και από την πλευρά του καταναλωτή (είδος, χρόνος και κόστος της νόσου) και από την πλευρά του γιατρού (αβεβαιότητα τρόπου  ιατρικής αντιμετώπισης νόσου). Για τους παραπάνω λόγους το αγαθό ‘υπηρεσίες υγείας’ θεωρείται και ‘κοινωνικό αγαθό’, παραγόμενο άμεσα από το κράτος ή με ελεγχόμενη από αυτό παραγωγική διαδικασία, σε περίπτωση ιδιωτικής πραγματοποίησής της.
Η δημόσια παρέμβαση σε κάθε τομέα μπορεί να πάρει μια ή περισσότερες από τις εξής μορφές: ρύθμιση, φορολόγηση και επιδότηση, δημόσια παροχή. Ο τομέας της υγείας σε όλες τις χώρες υπόκειται σε περιοριστικές ρυθμίσεις, όσον αφορά στην αναγνώριση του δικαιώματος άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος. Επιπλέον, τα διάφορα συστήματα υγείας ακολουθούν όλες τις μορφές δημόσιας παρέμβασης σε διαφορετική αναλογία. Ωστόσο,   δύο γενικοί τύποι διακρίνονται: μεικτά συστήματα δημοσίων-ιδιωτικών φορέων και εθνικά συστήματα υγείας. Τα μεικτά συστήματα, χαρακτηρίζονται από ποικιλία ιδιοκτησιακών μορφών των μονάδων υγείας. Τα νοσοκομεία είναι σχεδόν πάντοτε ιδιωτικά ιδρύματα, όμως δεν αποτελούν πάντοτε κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Οι γιατροί είναι πάντοτε ιδιώτες, συνήθως συμβεβλημένοι με ασφαλιστικό φορέα. Η κατανάλωση φροντίδων υγείας γίνεται δωρεάν στο σημείο χρήσης (Γερμανία, Καναδάς κλπ), ή έναντι αντιτίμου που καταβάλλει ο ασθενής και μέρος του επιστρέφεται από κοινωνικούς (Γαλλία) ή ιδιωτικούς (ΗΠΑ) ασφαλιστικούς φορείς. Στα συμβατικά συστήματα αγοράς, ο συνδυασμός ασφαλιστικής κάλυψης και αμοιβής κατά πράξη προκαλεί υπερβολική κατανάλωση και ο περιορισμός του συνολικού προϊόντος του τομέα στο κοινωνικά άριστο επίπεδο, αποτελεί βασικό στόχο της δημόσιας παρέμβασης. Αυτό μερικά επιτυγχάνεται, με την επιβολή διοικητικών ρυθμίσεων ή περιορισμών. Σε μια συμβατική αγορά, η πλευρά της παροχής φροντίδων υγείας (γιατροί, νοσοκομεία) οργανώνεται χωριστά από την πλευρά της χρηματοδότησης (ασφαλιστικοί φορείς), ενώ απουσιάζουν τα κίνητρα εξοικονόμησης πόρων. Συνήθως, οι γιατροί είναι ταυτόχρονα ιδιοκτήτες-μέτοχοι ενός οργανισμού παροχής υπηρεσιών υγείας, έχοντας κίνητρο να περιορίσουν τη χρήση υπηρεσιών υγείας στα απολύτως απαραίτητα. Έτσι, εξαλείφονται πλήρως τα κίνητρα υπερβολικής κατανάλωσης της συμβατικής ασφάλισης, αλλά αντικαθίστανται ενδεχομένως από αντίθετα κίνητρα υπερβολικά χαμηλής κατανάλωσης.
Στα εθνικά συστήματα υγείας (Βρετανία, Σουηδία κλπ), νοσοκομεία και μονάδες υγείας είναι υπό κρατική ιδιοκτησία και οι γιατροί και το υπόλοιπο προσωπικό απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή ειδική σύμβαση. Η χρηματοδότηση του συστήματος, εξασφαλίζεται σχεδόν αποκλειστικά από τη γενική φορολογία (έσοδα του γενικού κρατικού προϋπολογισμού).  Η στρατηγική του εθνικού συστήματος υγείας, βασίζεται στις εξής τέσσερις βασικές αρχές: α)Οι υπηρεσίες, χρηματοδοτούνται από τη φορολογία και παρέχονται δωρεάν. Έτσι, παρακάμπτεται το πρόβλημα της μη πλήρους κάλυψης και της διαφοράς των ασφαλιστικών καθεστώτων, αναλόγως της επαγγελματικής κατηγορίας. Η αρχή της ανταποδοτικής ασφάλισης (παροχές υγείας βάσει ασφαλιστικών εισφορών), καταργείται πλήρως και επικρατεί η αρχή της οικουμενικής παροχής (παροχή πρόσβασης βάσει της ιδιότητας του πολίτη ή κατοίκου). β)Η κατανομή φροντίδων (χειρουργικών επεμβάσεων κλπ) στους ασθενείς, δεν αποφασίζεται από τους ίδιους αλλά από τους γιατρούς με μη οικονομικά κριτήρια (της ιατρικής ‘ανάγκης’ για περίθαλψη). Η επίσκεψη σε ειδικό γιατρό, γίνεται κατόπιν παραπομπής από τον γενικό γιατρό και η νοσηλεία σε νοσοκομείο μόνο κατόπιν παραπομπής από τον γιατρό. Έτσι, λύνονται αρκετά από τα προβλήματα, που θα προκαλούσε η ασύμμετρη πληροφόρηση. γ)Οι γιατροί αμείβονται είτε σύμφωνα με τον αριθμό των εγγεγραμμένων ασθενών (γενικοί γιατροί), είτε με μισθό (νοσοκομειακοί γιατροί) και όχι κατά πράξη. Έτσι, εξισορροπούνται τα κίνητρα προς υπερβολική κατανάλωση εξαιτίας του ηθικού κινδύνου, που αλλιώς θα οδηγούσαν σε διόγκωση του κόστους. δ)Η προσφορά υπηρεσιών υγείας υπόκειται σε περιορισμούς είτε διοικητικής   φύσης  (λίστες αναμονής), είτε με τον καθορισμό από το κοινοβούλιο του συνολικού διατιθέμενου ετήσιου ποσού για χρηματοδότηση του εθνικού συστήματος υγείας.
Σε χώρες με εθνικά συστήματα υγείας, η συνολική δαπάνη για την υγεία (ως ποσοστό % του ΑΕΠ) είναι χαμηλότερη από τις χώρες με κοινωνική   ασφάλιση υγείας.  Η εξοικονόμηση πόρων, επιτυγχάνεται χωρίς επιπτώσεις ιατρικής φύσης. Τα εθνικά συστήματα υγείας υποστηρίζονται από την κοινωνική πλειοψηφία γιατί, εκτός της εξασφάλισης κοινωνικής δικαιοσύνης, επιτυγχάνουν μικρότερο λειτουργικό κόστος έναντι όλων των εναλλακτικών επιλογών. Το 2011 τα ποσοστά του ΑΕΠ για δαπάνες υγείας, ήταν 9,3% στη Νορβηγία, 9,5% στη Σουηδία και 9,4% στην Μ. Βρετανία (χώρες με εθνικό σύστημα υγείας), ενώ στον αντίποδα ήταν 17,7% στις ΗΠΑ. Τα ποσοστά των δημοσίων δαπανών υγείας ως προς το σύνολο των υγειονομικών δαπανών το 2011, ήταν 84,9% στη Νορβηγία, 81,6% στη Σουηδία και 82,8% στην Μ. Βρετανία, ενώ αντίθετα ήταν 47,8% στις ΗΠΑ. Το ποσοστό του ΑΕΠ για δαπάνες υγείας το 2011 ήταν στην Ελλάδα 9,1%, ελαφρά κάτω του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ που ήταν 9,3%. Το μέγεθος του δημόσιου τομέα υγείας στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία,  ήταν 65% το 2011, αν και εκτιμούμε ότι σήμερα έχει συρρικνωθεί κάτω του 60% λόγω εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων καταστροφικών ‘μνημονιακών’ πολιτικών, αρκετά κάτω του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ που ήταν 72,2%. Αποδεικνύεται ότι οι χώρες με εθνικά συστήματα υγείας, επιτυγχάνουν συνολική δαπάνη χαμηλότερη από τις χώρες με κοινωνική  ασφάλιση υγείας εξασφαλίζοντας κοινωνική δικαιοσύνη και ευρεία  υποστήριξη.

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email : nikokal02@yahoo.gr, website : www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι συνέπειες και η συνέχεια…..(2ο μέρος)

Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι συνέπειες και η συνέχεια…..(2ο μέρος)
Του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου * 27/6/2013

Η παγκόσμια κρίση έχει εστιασθεί μέχρι σήμερα στις ‘δυτικές’ περιοχές της γης, από τις οποίες άλλωστε και έχει πυροδοτηθεί το 2007-2008. Οι αναδυόμενες χώρες, δεν επιλέγουν μέχρι στιγμής τη ρήξη με την παλιά και εξαντλημένη παγκόσμια τάξη πραγμάτων και δεν παρέχουν νέες κατευθύνσεις για την περαιτέρω πορεία και ανάπτυξη του παγκόσμιου συστήματος. Προτιμούν να παραμένουν ‘χρηματοδότες’ της παλιάς τάξης πραγμάτων, ακόμη και κατά τη σημερινή καταστροφική-υφεσιακή  πορεία της. Παρότι το σενάριο του 1930 ενεργοποιήθηκε με τις ανταγωνιστικές νομισματικές υποτιμήσεις, σήμερα το ισοδύναμο αποτέλεσμα εξασφαλίζεται με τη γενίκευση σε παγκόσμια κλίμακα της πολιτικής των ανταγωνιστικών υφέσεων, που επιταχύνουν την παγκόσμια αποδυνάμωση. Εάν ο διεθνής ανταγωνισμός στο νομισματικό επίπεδο αποδείχθηκε επικίνδυνος στο παρελθόν, σήμερα ο ίδιος παγκόσμιος ανταγωνισμός στο επίπεδο της από τα πάνω επιβαλλόμενης διοργάνωσης των ανταγωνιστικών υφέσεων μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνος. Εκτιμάται ότι με τους σημερινούς ρυθμούς το παγκόσμιο σύστημα δεν θα έχει επιστρέψει στις επιδόσεις του 2007. παρά μόνο μετά το 2015. Δεν ήταν αναγκαίο τα σημερινά υψηλά επίπεδα του χρέους, να επιβάλουν την οικονομική επιβράδυνση που παρατηρείται σήμερα στις ‘δυτικές’ υπερχρεωμένες οικονομίες. Η  διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, αντίθετα, είναι η αναγκαία και ικανή προϋπόθεση για την αποπληρωμή των χρεών και την εξασφάλιση των δανειστών παγκοσμίως. Είναι κλασικό το ιστορικό παράδειγμα, αμέσως μετά τη λήξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το αμερικανικό ομοσπονδιακό χρέος είχε ανέλθει στο 135% του ΑΕΠ  και μετά την πάροδο τριών δεκαετιών αυτό είχε κατέλθει σε 35% του ΑΕΠ. Αυτό συνέβη λόγω ακριβώς των έντονων ρυθμών ανάπτυξης που είχαν επιτευχθεί στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα 1945-1975, αλλά και λόγω του αναπτυχθέντος πληθωρισμού που υποτίμησε την αξία του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, επιτρέποντας την εξυπηρέτησή του και τη ραγδαία μείωσή του.
Οι διεθνείς δανειστές σήμερα επιβάλλουν υφεσιακές και αποπληθωριστικές πολιτικές στους οφειλέτες, συμπιέζοντας τις τιμές των αγαθών, των υπηρεσιών και των εισοδημάτων, ενώ ταυτόχρονα η ονομαστική αξία των χρεών παραμένει  αμείωτη. Έτσι υπάρχει επιβάρυνση που αυξάνει το χρέος ως ποσοστό των διαθέσιμων εισοδημάτων, καθιστώντας δυσχερέστατη έως αδύνατη την τήρηση της αποπληρωμής του χρέους με αισθητά μειωμένα εισοδήματα. Αυτές οι υφεσιακές πολιτικές, καθιστούν ουσιαστικά ανέφικτη την αποπληρωμή των χρεών. Με αναλλοίωτες αυτές τις πολιτικές και εξυπηρέτηση του σημερινού επιπέδου του χρέους, είναι ουσιαστικά αδύνατο να υπάρξει οποιαδήποτε ανόρθωση των οικονομιών, τουλάχιστο στο ορατό μέλλον.  Αντίθετα, το αναμενόμενο είναι μια μακρά περίοδος μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής και όχι μόνο στασιμότητας. Κατά πολλούς οικονομολόγους, η σημερινή κρίση δεν θεωρείται μια κλασική κυκλική κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά χαρακτηρίζεται ως διαρθρωτική, με εικαζόμενη μακρά διάρκεια. Μια οικονομία που βρίσκεται σε συνεχόμενη και διαρκή ύφεση δεν μπορεί ουσιαστικά να μεταρρυθμισθεί και να αλλάξει, ενώ αντίθετα μια οικονομία με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης είναι πιο ευέλικτη και προσαρμόσιμη σε αλλαγές και αναγκαίες προσαρμογές. Μόνο η ανάπτυξη διορθώνει και απορροφά τα ελλείμματα, ενώ η ύφεση στην ουσία τα εκτρέφει και τα ανατροφοδοτεί.
Κατά τη διάρκεια της τωρινής κρίσης, από το 2008, οι οφειλέτριες χώρες ακολουθούν με αδιαλλαξία τις πολιτικές ακραίας λιτότητας, υπό την αυστηρή εποπτεία των δανειστών τους. Οι πραγματικές οικονομίες συνεχώς επιβραδύνονται, με έντονα αισθητό το φαινόμενο της μεγάλης ανεργίας (π.χ. η Ελλάδα έχει >27% ανέργους του οικονομικά ενεργού πληθυσμού με το  μεγαλύτερο ποσοστό στην ΕΕ, ακολουθούμενη με βραχεία κεφαλή από την Ισπανία). Από την άλλη μεριά, παρατηρείται επιτάχυνση της συσσώρευσης και συγκέντρωσης υψηλών εισοδημάτων. Η δημιουργία νέου πρόσθετου εισοδήματος είναι μεν ουσιαστικά αδύνατη, αλλά επιταχύνονται άλλες μη παραγωγικές μορφές συγκέντρωσης του πλούτου, κυρίως από μεταφορά, οξύνοντας και εμβαθύνοντας τις εισοδηματικές ανισότητες στην τρέχουσα συγκυρία της οικονομικής επιβράδυνσης. Στις ΗΠΑ π.χ., σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν κάτω από το επίσημο όριο της φτώχειας έχει υπερβεί το 16% του συνολικού πληθυσμού  και είναι ο υψηλότερος ποτέ (46 εκατομμύρια άτομα είναι καταγραμμένοι στα καθημερινά λαϊκά συσσίτια). Σύμφωνα ακόμη και με εκτίμηση, του Σεπτεμβρίου 2011, του αμαρτωλού ΔΝΤ «το σημαντικότερο πρόβλημα της εποχής μας είναι ότι μια μειοψηφία της τάξης του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού οικειοποιείται >14% του παγκόσμιου εισοδήματος, ενώ το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού οικειοποιείται <1% του παγκόσμιου εισοδήματος». Η υστέρηση της παγκόσμιας κατανάλωσης είναι σήμερα ανεπίλυτο πρόβλημα, χωρίς ουσιαστική διαφαινόμενη λύση από οπουδήποτε. Με τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές αγορές ευρισκόμενες σε κατάσταση στασιμότητας και επιβράδυνσης,  οι αναδυόμενες δεν μπορούν να αντισταθμίσουν το κενό που δημιουργείται, αλλά ούτε οι αντίστοιχες νέες χώρες προσβλέπουν σε τέτοιου είδους στόχευση. Η αυξανόμενη ανισότητα εισοδημάτων και εσόδων δεν μπορεί να αποτελεί λύση, αλλά προσθέτει επιπλέον προβλήματα στο ήδη αρχικά υπάρχον.
Στην ΕΕ και την ευρωζώνη, οι πολιτικές ακραίας και παρατεταμένης λιτότητας έχει γίνει σαφές ότι υπονομεύουν οποιαδήποτε δυνατότητα οικονομικής ανάκαμψης. Αυτές οι πολιτικές δεν σταθεροποιούν την ευρωπαϊκή οικονομία, που χρειάζεται απαραίτητα επιλογές ανόρθωσής της και αυξημένη ομοσπονδιακή αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών-μελών της. Το ευρωπαϊκό δημόσιο χρέος έχει λάβει εκρηκτικές-δραματικές διαστάσεις, λόγω του κάκιστου χειρισμού του, νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. H EKT (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) δεν λειτουργεί ως όφειλε, αναλαμβάνοντας τα χρέη των χωρών-μελών της ευρωζώνης ως δανειστής ύστατης καταφυγής αλλά και ως τελικός πιστωτής για τα συναπτόμενα εντός της ευρωζώνης χρέη, όπως συμβαίνει με όλες τις κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως σε όλες τις κοινές νομισματικές περιοχές (ΗΠΑ, Βρετανία, Ιαπωνία, Κίνα κλπ). Είναι παράλογο ένα νόμισμα να τίθεται σε διαρκή αμφισβήτηση-αμφιβολία ύπαρξης, εξαιτίας του υψηλού χρέους του αντίστοιχου κράτους προς τους πολίτες του. Αν εντός ευρωζώνης, κάποιοι είναι οφειλέτες στο ευρώ, κάποιοι άλλοι είναι πιστωτές στο ίδιο νόμισμα και η όλη αρχιτεκτονική της δόμησης ενός κοινού νομίσματος και διαχείρισης των χρεών που συνάφθηκαν σε αυτό, αντιβαίνει σε οποιαδήποτε θεωρία και πρακτική μιας κοινής νομισματικής περιοχής, αλλά και σε οποιοδήποτε κανόνα κοινής λογικής.
Παρά τη συνεχή παλινωδία των δημόσιων λόγων, τη βραδυπορία στη λήψη των αποφάσεων στην Ευρώπη και την παταγώδη αποτυχία στους τιθέμενος δημοσιονομικούς στόχους, η εφαρμογή πολιτικών ακραίας λιτότητας στις χώρες της ευρωζώνης και της ΕΕ επεκτείνεται και εντείνεται. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, η κατανάλωση ανέρχεται στις ΗΠΑ στο 71% του ΑΕΠ και στην Ευρώπη στο 66%. Οι πολιτικές λιτότητας που περικόπτουν την κατανάλωση στην Ευρώπη, οδηγούν μαθηματικά στην εξασθένηση και αποσταθεροποίηση του παγκόσμιου εισοδήματος (εκτός του ευρωπαϊκού και αμερικανικού). Οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές εξαγωγές εκπροσωπούν μόνο το 10% του ΑΕΠ των αναπτυγμένων ‘δυτικών’ οικονομιών, πράγμα που σημαίνει ότι το 90% του ευρωπαϊκού και αμερικανικού παραγόμενου προϊόντος εξαρτάται αποκλειστικά από την εσωτερική κατανάλωση σε αυτές τις περιοχές, δηλαδή η εσωτερική αγορά τους εξακολουθεί να είναι η κύρια αγορά. Κάθε περικοπή εσωτερικής ζήτησης σε αυτές, μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως μια κίνηση αυτοκτονίας. Κάθε επιπλέον αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας στις αναπτυγμένες οικονομίες, δεν βελτιώνει την ανταγωνιστικότητά τους, εξαιτίας της υψηλής εξάρτησής τους από τις εσωτερικές αγορές. Αντίθετα την υπονομεύει διαρκώς, αποσταθεροποιώντας τις συνθήκες λειτουργίας της παραγωγικής αλυσίδας μη δημιουργώντας θετικές προϋποθέσεις για πρόσθετη ανάπτυξη. Οι πολιτικές αυτές στη σημερινή οικονομική συγκυρία προκαλούν συνεχώς μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα, σε Ευρώπη και ΗΠΑ, προκαλώντας επιτάχυνση της υφεσιακής δυναμικής και ωθώντας σε μια ατέρμονα πτωτική τάση. Ακόμη, με την εφαρμογή αυτών των πολιτικών, αυξάνεται το ειδικό βάρος των δανείων ως ποσοστό των εισοδημάτων και η αποπληρωμή τους γίνεται δυσχερέστατη.   
Δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στην απεμπλοκή από τα χρέη, η παγκόσμια οικονομία παραδίδεται στην πτωτική δυναμική της ύφεσης, αποσταθεροποιώντας την αποσταθεροποιεί ακόμη περισσότερο. Όσο τίθεται ως προτεραιότητα η αποπληρωμή των χρεών, τόσο περισσότερο επιταχύνεται και βαθαίνει η ύφεση σε κάθε υπερχρεωμένη οικονομία, αφαιρώντας ρευστότητα από την οικονομία, με τραγική συνέπεια την επιβράδυνση και την ύφεση. Η οικονομία παράγει συνεχώς μικρότερο εισόδημα, καθιστώντας τις αποπληρωμές του χρέους διαρκώς και πιο αβέβαιες. Για τις ευρωπαϊκές χώρες-μέλη έχει απαγορευθεί η δημιουργία πρόσθετων ποσοτήτων  νομίσματος, εκθέτοντας τα κράτη στις χρηματαγορές και στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ιδιωτικών  οίκων. Τα κράτη ‘ιδιωτικοποιούνται’, εναποθέτοντας  την κυριαρχική ιδιότητα της αυτοχρηματοδότησής τους στην εγγενή αστάθεια και ευθραυστότητα των χρηματιστικών αγορών, από την οποία και αποκλειστικά εξαρτώνται. Εάν τα κράτη ή η ΕΚΤ είχαν διατηρήσει και ασκούσαν το εκδοτικό τους  προνόμιο, όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε νομισματική περιοχή του κόσμου, αυτό δεν θα ήταν εφικτό. Η τρέχουσα αστάθεια των χρηματαγορών αποσταθεροποιεί σήμερα όχι μόνο τις οικονομίες, αλλά επίσης τη λειτουργία των διεθνών και διακρατικών θεσμών και ολόκληρο το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας-σταθεροποίησης των οικονομιών είναι έρμαιο  σήμερα της αστάθεια των ‘αγορών’. Το πραγματικό πλέον ζήτημα δεν είναι μόνο το δημόσιο χρέος, αλλά και το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο για τη διασφάλιση των λειτουργιών της οικονομίας. 
Σήμερα δεν υπάρχουν πλέον κυρίαρχα κράτη και το αποκαλούμενο δημόσιο χρέος ,αντιμετωπίζεται πλέον από τις αγορές και τους αξιολογικούς οίκους ως ιδιωτικό. Η Ευρώπη περιέρχεται σε κρίση αξιοπιστίας, έχοντας διαγράψει κάθε έννοια κυριαρχίας , είτε εθνικής είτε ευρωπαϊκής, και μαζί της έχει επίσης εκλείψει κάθε έννοια τελικού πληρωτή των χρεών που συνάπτονται στην περιοχή του ευρώ. Το χρηματιστικό κεφάλαιο έχει αναλάβει την παγκόσμια ηγεμονία, επεκτείνοντας  την οικονομική αστάθεια λόγω των πολιτικών της λιτότητας, αλλά και λόγω της αποποίησης του ρόλου του κυρίαρχου-τελικού πιστωτή για τα ευρωπαϊκά χρέη.  Είναι επείγουσα και επιτακτική ανάγκη η αλλαγή κατευθύνσεων στην ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, με την αποκατάσταση των αναπτυξιακών ρυθμών και την επαναλειτουργία των αντίστοιχων ευρωπαϊκών θεσμών. Η μη αλλαγή των εφαρμοζόμενων πολιτικών, σημαίνει ότι οι υφεσιακές προοπτικές θα συνεχίσουν να επιδεινώνουν το διεθνές πλαίσιο και να επιτείνουν την αντιπαλότητα μεταξύ των εθνών, των περιοχών και των περιφερειών, με ανεπιθύμητες επιπτώσεις παγκοσμίως, όπως ακριβώς συνέβη κατά τη δεκαετία του 1930. Οι σημερινές πολιτικές των ανταγωνιστικών υφέσεων, αποδεικνύεται πλέον ότι δεν είναι λιγότερο επικίνδυνες από εκείνες των ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων που είχαν εφαρμοσθεί  κατά την περίοδο του μεσοπολέμου.



* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email : nikokal02@yahoo.gr, website : www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι συνέπειες και η συνέχεια…..(1ο μέρος)

Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι συνέπειες και η συνέχεια…..(1ο μέρος)
Του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου * 24/6/2013

Από το 2008 το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα βρίσκεται σε πορεία εξασθένισης-αποδυνάμωσης, συγκρινόμενο με τη δυναμική που επέδειξε μεταξύ 1980 και 2008. Τα έτη αυτά γενική προοπτική ήταν η παγκοσμιοποίηση με μαζικές μετακινήσεις χρήματος και κεφαλαίου διεθνώς, η τρομακτική επέκταση του διεθνούς δανεισμού και η επιβολή των απορρυθμίσεων, παγκόσμια και εθνικά, μέσω της διαρκούς και τεράστιας επέκτασης των χρηματοοικονομικών μοχλεύσεων. Η εμφάνιση της τρέχουσας κρίσης, που πρωτοεμφανίσθηκε ως χρηματοοικονομική κρίση των ενυπόθηκων δανείων μειωμένης εξασφάλισης (subprimes) τo 2007-2008 στις ΗΠΑ, εξαντλεί την όποια προοπτική   της επικράτησης της νεοφιλελεύθερης χρηματοπιστωτικής  παγκοσμιοποίησης του τέλους της δεκαετίας του 1970. Η βαθμιαία σημερινή επικράτηση της απο-παγκοσμιοποίησης της διεθνούς οικονομίας σημαίνει την μείωση, έως εξάλειψης, των μορφών του διεθνούς δανεισμού, τη ριζική από-μόχλευση και τη ραγδαία επάνοδο των χρηματοοικονομικών ρυθμίσεων με έμφαση στην ύπαρξή τους σε εθνικά πλαίσια. Κάθε νέα κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού τείνει προς μία επαναθεώρηση των πραγμάτων, κινούμενη στον αντίποδα των δοξασιών που μέχρι πρόσφατα επικρατούσαν. Την τελευταία πενταετία παρατηρείται μια αδιάλειπτη επιδείνωση του διεθνούς μακροοικονομικού συντονισμού, η διαρκής στενότητα χρηματοδοτικών μέσων εκδηλωνόμενη ως κρίση ρευστότητας στις διεθνείς αγορές, η διακοπή της διασύνδεσης των  διεθνών χρηματιστηριακών αγορών με κατακόρυφη πτώση του όγκου του διεθνούς εμπορίου και η εμφάνιση διαρκών εμποδίων στην παγκόσμια ανταλλαγή και διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών.  Η αρχή της ελευθερίας του παγκόσμιου εμπορίου, πάνω στην οποία βασίσθηκε  η συμφωνία του Bretton-Woods το 1944, και η ίδρυση των παγκόσμιων μεταπολεμικών οικονομικών οργανισμών του ΔΝΤ (Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), της ‘Παγκόσμιας’ Τράπεζας και της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (του τωρινού ΠΟΕ –Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου) ως προϊόν συμβιβασμού των αντιπροσωπειών των ΗΠΑ, υπό τον αναπληρωτή υπουργό οικονομικών Harry Dexter-White, και της Βρετανίας, υπό τον John-Maynard Keynes, παύει πλέον να θεωρείται το θέσφατο του παγκόσμιου καπιταλισμού που ουδείς αμφισβητεί και θίγει. Αρχίζει να εδραιώνεται πλέον η κατάρρευση του διεθνούς κλίματος εμπιστοσύνης, πάνω στο οποίο βασιζόταν η διεθνής μετακίνηση επενδύσεων και χρηματοδοτήσεων.
Οι οικονομικές προσεγγίσεις, που ακολούθησαν μετά την εκδήλωση της κρίσης του 2008, αναγνωρίζουν πλέον τον επικίνδυνο χαρακτήρα των παγκόσμιων κεφαλαιακών απορρυθμίσεων και των διεθνών κερδοσκοπικών χρηματοοικονομικών μετακινήσεων, λόγω των εξαιρετικά αρνητικών επιπτώσεων στις χώρες προορισμού τους. Σε όλο και περισσότερες χώρες, που υπέστησαν με οδυνηρό τρόπο τις συνέπειες των παρεμβάσεων του ΔΝΤ (Βραζιλία, Σιγκαπούρη- Ασία, Αργεντινή κλπ), επανεμφανίζονται αυξανόμενοι έλεγχοι της κίνησης των κεφαλαίων που προσπαθούν να αποθαρρύνουν της βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές τοποθετήσεις τους και να ενθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες παραγωγικές εισροές τους. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας παρατηρείται μια σημαντική επιβράδυνση του διεθνούς εμπορίου και της κινητικότητας των διεθνών επενδύσεων και κεφαλαίων, που έχει ως αποτέλεσμα τον ουσιαστικό περιορισμό όλων των μορφών των διεθνών χρηματοδοτήσεων και συνεπώς τη δραστική  επιβράδυνση των αυξητικών ρυθμών της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης. Η βασική κινητήρια δύναμη της περίπου τριακονταετούς χρονικής περιόδου της παγκοσμιοποίησης, ήταν οι υψηλοί αυξητικοί ρυθμοί του διεθνούς εμπορίου και η αδιατάρακτη και χωρίς περιορισμούς διεθνής κινητικότητα των μετακινούμενων χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων και των κερδοσκοπικών μορφών των επενδύσεων. Αυτού του είδους οι απορρυθμισμένες κινήσεις ενοχοποιούνται σήμερα ως οι κύριοι υπεύθυνοι της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, εξαιτίας της προηγηθείσας υπερδιόγκωσής τους και η ισορροπία αναζητείται στο αντίθετο σημείο της προηγηθείσας διεθνούς οικονομικής τάξης. Η οποιαδήποτε προοπτική εύρεσης ενός νέου παγκόσμιου οικονομικού προτύπου, πρέπει να βασίζεται στον διεθνή συγχρονισμό και την ολοκλήρωση που θα ελαχιστοποιεί την ύπαρξη αυθαιρεσίας και ασυδοσίας των ιδιωτικών κεφαλαίων και των ‘αγορών’. Τείνει να γίνει καθολικό αίτημα η επιστροφή στις συνθήκες των ενάρετων οικονομικών προτύπων, που καθιέρωσε η συμφωνία του Bretton-Woods για την μεταπολεμική οικονομία, τόσο για τις εσωτερικές και εθνικές αγορές όσο και για ευρύτερα υπερεθνικά και περιφερειακά σύνολα. 
Το σύστημα του Bretton-Woods βασιζόταν στο πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο των ΗΠΑ, στη σταθερή σχέση ανταλλαγής του αμερικανικού δολαρίου με τον χρυσό (μία ουγκιά χρυσού=35 δολάρια) και στη σταθερή σχέση (με περιθώριο απόκλισης +-2%) των λοιπών εθνικών νομισμάτων με το δολάριο. Αποτελούσε μια παραλλαγή του ισχύσαντος προπολεμικού κανόνα του χρυσού και κατέρρευσε το 1971, λόγω της άρνησης μετατρεψιμότητας του δολαρίου με τον χρυσό που ανήγγειλε ο Nixon και οφειλόταν τυπικά στην μετατροπή του εμπορικού ισοζυγίου των ΗΠΑ σε ελλειμματικό λόγω των τεράστιων  δαπανών του πολέμου του Βιετνάμ. Ο ουσιαστικός όμως λόγος της κατάρρευσης του συστήματος αυτού, είναι η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους των επιχειρήσεων παγκοσμίως, πού οφείλεται στην αλλαγή της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου εξαιτίας των ραγδαίων τεχνολογικών καινοτομιών των μεταπολεμικών δεκαετιών  και οδήγησε στην επικράτηση κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών και του παγκόσμιου απορρυθμισμένου χρηματιστηριακού καπιταλισμού των τριών τελευταίων δεκαετιών, αίροντας συνεχώς τις όποιες κατακτήσεις του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους-πρόνοιας. Είναι πλέον σαφές ότι έχουν εξαντληθεί πλήρως τα όρια και οι πραγματικές δυνατότητες, που ψευδεπίγραφα ενσωματώθηκαν στη συνθηματολογία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. 
Μέχρι σήμερα έχει αποφευχθεί η μοιραία στρατηγική των εθνικών νομισματικών υποτιμήσεων για ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας μιας εθνικής οικονομίας, γνωστή διεθνώς ως beggar-thy-neighbour (ζητιανιά από τον γείτονα), που επέρριπτε το κόστος μιας εθνικής προσαρμογής για εξάλειψη του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μιας χώρας στις γειτονικές της χώρες με τις οποίες είχε εμπορικές συναλλαγές, μέσω της υποτίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας ενός εθνικού νομίσματος. Αυτή η στρατηγική οδήγησε στο ντόμινο των ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων και στην καταστροφή της δεκαετίας του 1930, με κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου, την εμφάνιση ακραίων εθνικιστικών ιδεολογιών και πολιτικών κινημάτων και  τελικά στην επίλυση των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων και καταστροφή μεγάλου μέρους του φυσικού κεφαλαίου με το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια παρόμοια κατάληξη, με ισοδύναμα καταστροφικά αποτελέσματα, μπορεί όμως να επιτευχθεί και μέσω άλλων οδών και τρόπων. Όταν ο στόχος παραμένει ο ίδιος, έστω προσπαθώντας να υλοποιηθεί με διαφορετικά μέσα και τρόπους, η αναβίωση ενός εφιαλτικού σεναρίου σαν αυτού της δεκαετίας του 1930 παραμένει ενεργή.
Σήμερα σε αντίθεση με τη γενικευμένη αρχή των νομισματικών διολισθήσεων,  που εφαρμόσθηκε τη δεκαετία του 1930, εφαρμόζεται  σε παγκόσμια κλίμακα η αρχή της νομισματικής σταθερότητας. Παρόλα αυτά δεν διευκολύνεται η διεθνής προσαρμογή και σταθεροποίηση όλων των οικονομιών παγκοσμίως, ούτε όμως και το παγκόσμιο πλαίσιο διεξαγωγής των διεθνών συναλλαγών. Η γενικευμένη εφαρμογή αυτής της αρχής, οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη δογματική εμμονή του ΔΝΤ και της ‘συναίνεσης της Ουάσιγκτον’ από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, παρά στην όποια  αποτελεσματικότητά της έχει αποδειχθεί πρακτικά. Συνεπώς οι χώρες καταφεύγουν σε πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή λιτότητας σε δαπάνες  και εισοδήματα, που επιβάλλονται ως το κύριο εργαλείο προσαρμογής και εξισορρόπησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων του εμπορικού ισοζυγίου.  Με αυτήν  επιδιώκεται το ισοδύναμο αποτέλεσμα μιας εξωτερικής νομισματικής υποτίμησης, που κυριάρχησε την περίοδο του μεσοπολέμου, περικόπτοντας τις δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες ενός έθνους για να περιορισθούν οι εισαγωγές και να ενθαρρυνθούν οι εξαγωγές, μειώνοντας με αυτό τον τρόπο το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών μιας οικονομίας. Συνεπώς ο επιδιωκόμενος στόχος παραμένει ο ίδιος με αυτόν του μεσοπολέμου, με εφαρμογή όμως διαφορετικής μεθόδου επίτευξής του. Το αποτέλεσμα κρίνεται εξίσου καταστροφικό με τότε, όσον αφορά στις επιπτώσεις επί του διεθνούς εμπορίου και στην αποσταθεροποίηση του διεθνούς πλαισίου διεξαγωγής των συναλλαγών.
Η άμεση περικοπή δαπανών, όλων των ειδών, είναι η εφαρμοζόμενη σήμερα τυποποιημένη συνταγή οικονομικής πολιτικής σε όλη την Ευρώπη, ανεξαρτήτως  της ελλειμματικότητας ή πλεονασματικότητας του εμπορικού ισοζυγίου μιας χώρας.  Η δογματική εμμονή της υπερ-πλεονασματικής Γερμανίας, που εκπορεύεται από τη νεοφιλελεύθερη λογική  των ηγετικών της κυρίαρχων ελίτ, δεν οδηγεί βέβαια στην απορρόφηση  των ελλειμμάτων των εταίρων της στην ευρωζώνη αλλά την αποσταθεροποιεί περαιτέρω, όταν από τη λειτουργία της εξαρτά και η ίδια τα εμπορικά πλεονάσματά της. Οι ανισορροπίες στο εσωτερικό της ευρωζώνης, εμπορικά ελλείμματα ή πλεονάσματα, αντιμετωπίζονται πανομοιότυπα με μεθόδους ακραίας λιτότητας  συρρικνώνοντας τα απόλυτα επίμαχα μεγέθη. Έτσι όμως, αυξάνονται  και διευρύνονται οι σχετικές ανισορροπίες και καταστέλλεται ο όποιος οικονομικός δυναμισμός, με συνέπεια την περαιτέρω αποσταθεροποίηση της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτή η οικονομικά αδιέξοδη πολιτική, εφαρμόζεται παντού αδιακρίτως με άκρατο ζήλο εστιάζοντας στη δογματική εμμονή των ισορροπημένων εθνικών ισοζυγίων. Επιδεικνύεται η ίδια εμμονή, τονίζοντας της ανυπαρξία εναλλακτικής στρατηγικής αντιμετώπισης, με την οποία εφαρμόσθηκε το δόγμα του κανόνα του χρυσού προπολεμικά έως το 1931 και στη συνέχεια η γενικευμένη μέθοδος των ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων. 
Ο πρακτικός απολογισμός αυτού του νέου δόγματος, βαίνει συνεχώς αμφισβητούμενος με απογοητευτικά αποτελέσματα και διασπείροντας μια εντονότατη και διάχυτη ανησυχία. Η Γερμανία, ως ιδιαίτερα πλεονασματική εμπορικά χώρα, όφειλε να αυξάνει τις δαπάνες και τα εισοδήματα στο εσωτερικό της, διευρύνοντας την εσωτερική της αγορά και αντισταθμίζοντας τις αρνητικές επιπτώσεις των περικοπών που επιβάλλει στους ελλειμματικούς εμπορικά εταίρους της. Αντ’ αυτού έχει επιβάλει την πολιτική του μισθολογικού dumping και στο εσωτερικό της,  επικαλούμενη τον φόβο των έντονων πληθωριστικών πιέσεων, όταν ο κίνδυνος των έντονων υφεσιακών φαινομένων είναι ήδη αισθητός. Η πολιτική της μονεταριστικής εμμονής περιορισμού της ποσότητας του χρήματος και της νομισματικής κυκλοφορίας, με ακραία επίδειξη νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, είναι αυτή που οδηγεί μαθηματικά στη διάλυση της ευρωζώνης. Μια αντίρροπη τάση εξισορρόπησης και ανάπτυξης στο εσωτερικό της ευρωζώνης, θα μπορούσε να προέλθει μόνο από τις εμπορικά πλεονασματικές χώρες. Όταν όλοι οι εταίροι ταυτόχρονα εφαρμόζουν πολιτικές ακραίας λιτότητας, η οικονομική δραστηριότητα δεν ασκείται προς όφελος των εμπορικά πλεονασματικών χωρών αλλά καταρρέει με ζημιωμένους τελικά τους πάντες.  Αυτή η καθοδική δυναμική της ύφεσης, και ο ατέρμων φαύλος κύκλος, επεκτείνεται και διαχέεται παγκοσμίως δυσχεραίνοντας περαιτέρω την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας και των περιφερειακών συνιστωσών της (χώρες Ασίας, Ρωσία, Βραζιλία, Κίνα κλπ).



* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email : nikokal02@yahoo.gr, website : www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Η αβεβαιότητα ύπαρξης της ευρωζώνης και του κοινού νομίσματος ευρώ


Η αβεβαιότητα  ύπαρξης της ευρωζώνης και του κοινού νομίσματος ευρώ

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  2/4/2013

Η πρώτη δεκαετία λειτουργίας της ευρωζώνης θεωρήθηκε από τις ‘αγορές’ γενικά επιτυχής και η κυκλοφορία  κοινού νομίσματος θεωρήθηκε από αυτές ότι πραγματοποιήθηκε χωρίς προβλήματα, ενώ ακόμη η ΕΚΤ κατ’αυτές ανταποκρίθηκε θετικά στον  παράδοξο-στρεβλό ρόλο που επωμίσθηκε να διεκπεραιώσει. Στο εσωτερικό της ευρωζώνης υπήρξαν έντονη οικονομική ανάπτυξη και αυξανόμενη απασχόληση, βασιζόμενες-τροφοδοτούμενες όμως από έντονα αυξανόμενα σωρευτικά χρέη. Η τεράστια προσφορά αγαθών από τις αναδυόμενες οικονομίες, διατήρησε τον πληθωρισμό σε χαμηλά επίπεδα συγκαλύπτοντας τα προβλήματα και τις προκαλούμενες, από την μεγάλη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας, ανισορροπίες. Πληθωριστικές ‘φούσκες’ εμφανίσθηκαν σε διάφορες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, π.χ. της αγοράς ακινήτων που έλαβε τρομακτικό μέγεθος, ιδιαίτερα στις Ιρλανδία και Ισπανία. Η ευρωζώνη όντας ‘τυχερή’ στην έναρξη της ύπαρξής της, υπέθαλψε και ανέπτυξε πολλαπλές δυνητικές κρίσεις στους κόλπους της.
Η οικονομική κρίση-ύφεση του 2007-2008 έστρεψε την προσοχή στα δομικά-διαρθρωτικά προβλήματα της ευρωζώνης και ενεργοποιήθηκε ουσιαστικά στο τέλος του 2009, μετά την ομολογία της ελληνικής κυβέρνησης για άσχημη δημοσιονομική κατάσταση και αλλοίωση στατιστικών στοιχείων. Η δραστηριοποίηση της ΕΚΤ στη δευτερογενή αγορά ομολόγων και η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), κατεύνασαν παροδικά την ακόρεστη δίψα των ‘αγορών’. Η Ελλάδα στον συγκεκριμένο χρόνο, ήταν ο αδύναμος κρίκος της λανθασμένα δομημένης ευρωζωνικής αλυσίδας. Η διαχείριση της κρίσης από τις ευρωπαϊκές αρχές δεν διακρινόταν από ταχύτητα δράσης, ήταν ασυνεπής και λανθασμένη με άστοχες  ερμηνείες. Η κρίση τέλους 2010 που τοποθέτησε και την Ιρλανδία στο επίκεντρο και η επακόλουθη της Πορτογαλίας άνοιξη 2011, έθεσαν και τις 2 χώρες στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ του EFSF και ανέδειξαν τον συστημικό χαρακτήρα της κρίσης. Από τα μέσα 2011 έγινε εμφανής και αναπόφευκτη μία δεύτερη προσπάθεια ΄διάσωσης’ της Ελλάδας. Η μικρή Κύπρος έχει ενταχθεί ήδη στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ (με το πρόσφατο, τραγικό και πρωτοφανές παγκοσμίως γεγονός του ‘κουρέματος’ τραπεζικών καταθέσεων εικαζόμενου ποσοστού 40% άνω των 100.000 ευρώ) και βρίσκεται στα πρόθυρα ένταξης η μεγάλη Ισπανία. Οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης είναι παγιδευμένες στη λανθασμένη προσέγγιση εστίασης αποκλειστικά στο δανεισμό χρημάτων, με αντάλλαγμα υποσχέσεις εξοντωτικής λιτότητας και ‘διαρθρωτικών’ αλλαγών απορρύθμισης εργασιακών σχέσεων και θεσμών. Αυτή η προσέγγιση μετέτρεψε την επισφαλή κατάσταση των κρίσεων υπερχρέωσης, σε ατέρμονα καταστροφικότατο κύκλο. Η εμβάθυνση της κρίσης, συνοδευόμενη από ασυναρτησία και κοντόφθαλμα εθνικιστικά αντανακλαστικά της Γερμανίας, κατέστησε ορατό τον κίνδυνο διάλυσης της ΟΝΕ-ευρωζώνης. Ποιο είναι το μέλλον του ευρώ? Τα πιθανά εξεταζόμενα σενάρια είναι η διατήρηση του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης, η απόρριψη αυτού του συστήματος και η ριζική αναμόρφωση-ανασύνθεσή του.
Η διατήρηση του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης, προϋποθέτει την αντιμετώπιση της κρίσης μέσα σε αυτήν από τις αρχές (εθνικές κυβερνήσεις, ρυθμιστικές αρχές, ΕΚΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΔΝΤ), με επιμονή στην άσκηση των πολιτικών που ως τώρα ακολουθήθηκαν και εκδηλώνεται με 2 κύριες παρεμβάσεις. Η πρώτη, διαρκώς εγκρίνει πιστώσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος, υπό τον φόβο ότι μια άτακτη χρεοκοπία μίας ή περισσότερων χωρών θα προκαλούσε μία νέα τραπεζική κρίση. Αυτό βασίζεται στο γεγονός ότι οι οφειλές των PIIGS (Portugal, Italy, Ireland, Greece, Spain) στις ευρωπαϊκές τράπεζες ανέρχονταν τον Μάρτιο του 2011 στο ποσό των 2,2 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Τα χρήματα των προγραμμάτων ‘διάσωσης’, εισφερθέντα στο EFSF από εθνικές κυβερνήσεις μελών της ΕΕ-ευρωζώνης συνδυαζόμενα με πιστώσεις του ΔΝΤ, αποτελούσαν ένα πρόσθετο δημοσιονομικό βάρος για τις ‘διασωζόμενες’ χώρες και αυξανόμενο κίνδυνο υποβάθμισης της πιστοληπτικής τους ικανότητας-αξιολόγησης. Η δεύτερη, αφορούσε σε παροχή πιστώσεων  από την ΕΚΤ προς τις τράπεζες των ‘διασωζόμενων’ χωρών, Ισπανίας και Βελγίου, έναντι εγγυήσεων (δημόσιοι τίτλοι έκδοσης των αντίστοιχων χωρών) καθώς και στις άτυπες στοχευμένες αγορές κρατικών ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά. Σε πολιτικό επίπεδο, αυτό συνοδευόταν από τον εξαναγκασμό αποδοχής προγραμμάτων ακραίας λιτότητας και ‘μεταρρυθμίσεων’ από τις ‘διασωζόμενες’ χώρες (άκρατη περικοπή δαπανών και ραγδαία αύξηση φόρων για δημοσιονομικό εξορθολογισμό), με αιτιολογία το χρέος τους να καταστεί βιώσιμο. Το πρόσθετο όπλο της αναδιάρθρωσης χρέους δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τις προοπτικές της προς ‘διάσωση’ χώρας. Μία απομείωση-‘κούρεμα’ 50% του ανεξόφλητου κρατικού χρέους δεν βελτιώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας και οι προοπτικές ανάπτυξής της ουσιαστικά παραμένουν αμετάβλητες. Η συνεισφορά μιας δραστικής διαγραφής χρέους  στον κρατικό προϋπολογισμό, παραμένει αμφίβολη και ενδεχομένως ανεπαρκής για την εξάλειψη του ελλείμματός του, μέσω της μειωμένης δαπάνης για καταβολή τόκων.  Η μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη για την έξοδο των περιφερειακών χωρών από την κρίση, εκτός της βραχυπρόθεσμης λύσης των περικοπών δαπανών και των αυξήσεων φόρων, βασίζεται στην περικοπή των μισθών για την ανάκτηση-αποκατάσταση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Η λογική της είναι η ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, εστιάζοντας στους μισθούς, αφού μία χώρα εντασσόμενη σε μία νομισματική ένωση χάνει το εργαλείο-δυνατότητα της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος. Η συμπίεση του μισθολογικού κόστους επιδεινώνει τις παραγόμενες ήδη, από τις περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων, αποπληθωριστικές τάσεις αυξάνοντας την ανεργία και εμβαθύνοντας την ύφεση. Το ανεξόφλητο χρέος αυξάνεται ταχέως λόγω της αύξησης των τόκων, δημιουργώντας δημοσιονομικά ελλείμματα. Ακόμη η προκαλούμενη μείωση του ΑΕΠ αυξάνει αυτόματα το χρέος (μετρούμενο ως ποσοστό του).  Οι ενταχθείσες τρεις χώρες στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ εκπροσωπούν 6,1% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, αλλά η προσφυγή της Ισπανίας που  εκπροσωπεί το 11,5% ή και μελλοντικά του Βελγίου (3,8%) και ακόμη χειρότερα της Ιταλίας (16,8%) θα δημιουργήσει μια εκρηκτική μη αντιμετωπίσιμη κατάσταση. Είναι πέρα από τη λογική τι θα επακολουθήσει στην περίπτωση της Γαλλίας, που κατέχει το 21,2% του ευρωζωνικού ΑΕΠ. Το τέλος θα επέλθει, όταν κάποια από τις πλουσιότερες χώρες αρνηθεί να προσφέρει τα απαραίτητα χρήματα στον μηχανισμό ‘διάσωσης’.
Η απόρριψη του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης, σημαίνει την οικειοθελή ή αναγκαστική αποχώρηση κάποιων χωρών από την ΟΝΕ, ως η λιγότερο κακή διαθέσιμη επιλογή,  και η Ελλάδα είναι η πρώτη υποψήφια γι’αυτό. Αν οι ακολουθούμενες πολιτικές συνεχισθούν αδιάλειπτα, θα καταστήσουν μονόδρομο την απόρριψη του συστήματος για τις χώρες που έχουν ενταχθεί στον μηχανισμό ‘διάσωσης’. Μία έξοδος από την ευρωζώνη θα αύξανε σε φοβερό βαθμό τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και τις προοπτικές ανάπτυξης αυτών των χωρών αυτόματα, λόγω της αναπόφευκτης τεράστιας υποτίμησης των εθνικών νομισμάτων. Μία οικονομική ανάπτυξη που θα βασιζόταν μόνο στην υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, δεν θα μακροημέρευε και θα διαρκούσε για σύντομο χρονικό διάστημα. Η έξοδος κάποιας ή κάποιων χωρών από την ευρωζώνη, θα επέφερε τεράστιο κόστος και την αναπόφευκτη διάλυση της ευρωζώνης, λόγω του φαινομένου του ντόμινο και της αδίστακτης επίθεσης των ‘αγορών’ στην επόμενη υποψήφια προς αποχώρηση χώρα κ.ο.κ. Η δυνατότητα αυτή ανατρέχει στα πρόσφατα παραδείγματα της Αργεντινής και της Ισλανδίας. Καμία όμως από τις δύο χώρες, δεν ανήκε σε νομισματική ένωση με κοινό νόμισμα. Η Αργεντινή είχε  ‘κλειδωμένη’ την ισοτιμία πέσο με δολάριο με σχέση 1:1 και η απελευθέρωση διακύμανσης της συναλλαγματικής της ισοτιμίας, επέφερε μια υποτίμηση 70% μαζί με υποχρεωτική απομείωση-‘κούρεμα’ 65% στην αξία των κατεχόμενων από αλλοδαπούς ομολόγων της.  Αυτό δημιούργησε πληθωρισμό 26% το 2002, 13% το 2003 για να ‘ομαλοποιηθεί’ στη συνέχεια στο 4%, ποσοστό ανάπτυξης 8,5% από το 2003 ως το 2008, εκρηκτική ανάπτυξη των εξαγωγών 15-20% μετά το 2002 και πλεόνασμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών 3% του ΑΕΠ την ίδια περίοδο, με ταυτόχρονη μείωση του δημόσιου χρέους στο 40% του ΑΕΠ. Οι ενταχθείσες στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ χώρες, αλλά και η Ισπανία, έχουν πολλά κοινά με την Αργεντινή του 2001: μεγάλη απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας, αποδιοργάνωση δημόσιων οικονομικών, αυξανόμενο δημόσιο χρέος σε μη βιώσιμα επίπεδα, μη υγιή οικονομική ανάπτυξη, έντονη φυγή κεφαλαίων, τεράστια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών και απώλεια επενδυτικής εμπιστοσύνης.  Οι ‘διασώσεις’ της Ευρώπης το μόνο που ουσιαστικά έκαναν, ήταν η διοχέτευση διαρκώς μεγαλύτερων πόρων σε αποτυχημένα εγχειρήματα, αναβάλλοντας και εμβαθύνοντας τις συνέπειες της κρίσης. Η αναδιάρθρωση της Ισλανδίας, αν και επώδυνη-δαπανηρή για τον πληθυσμό, δεν σπατάλησε άλλα χρήματα επιβαρύνοντας τους φορολογούμενούς με την εθνικοποίηση των ιδιωτικών χρεών των άσωτων τραπεζών της, όντας ‘τυχερή’ αφού δεν ήταν μέλος της ΕΕ.
Η αποδοτική λειτουργία μιας βέλτιστης νομισματικής ένωσης-ζώνης προϋποθέτει την εκπλήρωση ορισμένων συνθηκών και εξαρτάται από αυτές. Στην περίπτωση της ευρωζώνης δεν εκπληρώνονται (μερικά ή ολικά): πολιτική ένωση, δημοσιονομική ενοποίηση, κινητικότητα εργατικού δυναμικού και ευελιξία τιμών-μισθών. Οι κρίσεις υπερχρέωσης των περιφερειακών χωρών της, ανέδειξαν  τις συνέπειες της μη εκπλήρωσης αυτών των συνθηκών και την προβληματική φύση δόμησης ΟΝΕ-ευρωζώνης. Στα πλαίσια της ριζικής αναμόρφωσης-ανασύνθεσης του συστήματος δόμησής της  αναγκαία και απαραίτητα είναι :
λλαγή του ρόλου και λειτουργίας της ΕΚΤ, στην κατεύθυνση που λειτουργεί οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα παγκόσμια,  αναλαμβάνοντας  τη συνολική διαχείριση των κρατικών χρεών των χωρών της ευρωζώνης. 
-Ριζική  αλλαγή της αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης, με κατάργηση του ‘Συμφώνου Σταθερότητας’   και  του  ‘Συμφώνου  για  το  ευρώ’  και αντικατάστασή τους με ένα ‘Σύμφωνο Ανάπτυξης και Απασχόλησης’ διαφορετικού περιεχομένου.
-Οι πολιτικές  τύπου  ‘Μνημονίου’, οδηγούν σε μεγαλύτερη ύφεση επιτείνοντας το οικονομικό αδιέξοδο   και  μη επιλύοντας ουσιαστικά το υφιστάμενο πρόβλημα. Αντίθετα πρέπει να εφαρμοσθεί πολιτική μεταφοράς δημοσιονομικών πόρων από πλεονασματικές σε ελλειμματικές εμπορικά χώρες, στα πλαίσια επίτευξης ομοιογένειας και ομοσπονδιοποίησης της ευρωζώνης.
Η αλήθεια είναι ότι  οι ‘διασώσεις’ της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, και η πρόσφατη παγκόσμιας ‘πρωτοτυπίας’ της Κύπρου, αλλά και όποιων άλλων χωρών μελλοντικά, είναι διασώσεις των ουσιαστικά πτωχευμένων ευρωπαϊκών τραπεζών και ιδιαίτερα γαλλικών-γερμανικών. Τα πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών των χωρών του βορρά, ιδιαίτερα της Γερμανίας, διοχετεύθηκαν μέσω των τραπεζών και των ‘επενδυτών’ στο εξωτερικό, σε άκρως ριψοκίνδυνες επενδύσεις και δεν ανακυκλώθηκαν με τη δημιουργία επενδύσεων στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Η αναδιάρθρωση των χρεών των χωρών της περιφέρειας, θα προκαλέσει ζημιές στις γαλλογερμανικές τράπεζες και ιδιαίτερα στις τράπεζες-δανειστές του δημόσιου τομέα. Η ανακεφαλαιοποίηση-κεφαλαιακή ενίσχυση αυτών των τραπεζών, που οι πολιτικοί της Γερμανίας φοβούνται και τρέμουν  την χρηματοδότησή τους από τους φορολογούμενούς τους, είναι αναπόφευκτη. Προκρίνεται η εθελοτυφλία στην ύπαρξη αυτού του προβλήματος και ως λύση στην κρίση της ευρωζώνης, η επιβολή χρόνιας ακραίας λιτότητας στις ‘άσωτες’ περιφερειακές χώρες της. Η επιβολή αυτής της γερμανικής λύσης, που  επιπλέον επέβαλε και την παρέμβαση-παρουσία του ΔΝΤ και των ακραία νεοφιλελεύθερων πολιτικών του τύπου ‘μνημονίου’ στην Ευρώπη, είναι η ασταμάτητη οικονομική στήριξη των πιο αδύναμων περιφερειακών χωρών μέχρι την ουσιαστική λύση του προβλήματος των χρεοκοπημένων ευρωπαϊκών τραπεζών. 

(Σημείωση: Το παραπάνω άρθρο αποτελεί επικαιροποίηση παλιότερου με σύντομη αναφορά στις τελευταίες εξελίξεις, σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Κύπρου, που θεωρούμε ότι επιβεβαιώνουν τις  εκτιμήσεις-απόψεις που διατυπώνουμε)

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα),  email : nikokal02@yahoo.gr, website: www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com