Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν – Σχετικά με την ‘συμφωνία’ της συνεδρίασης του Eurogroup της 27/11/2012


Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν – Σχετικά με την ‘συμφωνία’ της συνεδρίασης του Eurogroup της 27/11/2012

 

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  2/12/2012

 

H ανάγκη δημιουργίας της ‘συμφωνίας’ της 27ης Νοεμβρίου 2012 για την υποτιθέμενη αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης, είναι ότι όλες οι προηγούμενες ‘συμφωνίες’ απέτυχαν γιατί επεδίωκαν εξωπραγματικούς στόχους πού ήταν στατιστικά απίθανο να επιτευχθούν. Βασική  προϋπόθεση για την ευόδωσή τους ήταν η επίτευξη από την Ελλάδα παγκόσμιων δημοσιονομικών και οικονομικών ρεκόρ, που προφανώς μόνο στην σφαίρα της φαντασίας ήταν δυνατό να γίνουν κατορθωτά. Η διαρκής λήψη μέτρων ακραίας λιτότητας και η ολοσχερής έλλειψη μέτρων ανάπτυξης, ως συνέπεια της εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων ‘μνημονίων’, οδήγησαν την Ελλάδα σε μια θεαματική μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος με συρρίκνωση όμως του ΑΕΠ της τουλάχιστον κατά 20%, από την αρχή της κρίσης. Ως αποτέλεσμα, επήλθε η κατάρρευση της οικονομίας και η καταγραφή αρνητικών παγκόσμιων ρεκόρ ύφεσης, οδηγώντας σε απώλεια μεγαλύτερη του 25% του ΑΕΠ με ανεργία που θα προσεγγίζει το 30% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού  στο τέλος του 2013. Η ‘συμφωνία’ αυτή προβλέπει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος θα βρίσκεται το 2020 στο 124% και το 2022 στο 115% του ΑΕΠ της χώρας, που είναι τα υψηλότερα ποσοστά στην σύγχρονη ιστορία μας προ του 2010. Η Ελλάδα δηλαδή πρέπει αφενός να έχει μειώσει το δημόσιο χρέος κατά 40-50 δις ευρώ και να αυξήσει το ΑΕΠ κατά 50-60 δις, επιτυγχάνοντας πρωτογενή πλεονάσματα και ανάπτυξη μεγαλύτερα του 4,5% για κάθε έτος μετά το 2014. Με παγκόσμιο ρεκόρ ύφεσης το 2012, που αναμένεται να συνεχισθεί και το 2013, και απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας (δείκτης GSI) κατά 25 θέσεις από την αρχή της κρίσης,  πόσο στατιστικά πιθανό να συμβεί είναι αυτό;

Οι δανειστές της Ελλάδας αυτή την στιγμή (μη συνυπολογιζομένων των δανείων της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών) σε σύνολο δανείων 304 δις ευρώ είναι : ιδιώτες 63 δις, λοιποί πιστωτές 47 δις, διμερή δάνεια χωρών ευρωζώνης 53 δις, ΔΝΤ 22 δις, EFSF 74 δις, ΕΚΤ 45 δις. Η ‘συμφωνία’ της 27/11 προβλέπει :

α) την μείωση του επιτοκίου των διμερών δανείων 53 δις του 1ου μνημονίου κατά 0,6% που μπορεί να γίνει 1% στην περίπτωση επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων >=4,5% του ΑΕΠ, υπολογιζόμενου μέγιστου οφέλους 2 δις ευρώ,

β) τον διπλασιασμό του χρόνου αποπληρωμής του δανείου 74 δις του EFSF του 2ου μνημονίου (από 15 σε 30 έτη) και αναβολή πληρωμής των τόκων του για μια δεκαετία, που υπολογίζεται ότι θα μειώσει μεν τις αποπληρωμές μας βραχυμεσοπρόθεσμα ως το 2022, αλλά θα τις αυξήσει μακροπρόθεσμα μετά το 2022,  

γ) παραίτηση των κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης από τα κέρδη της ΕΚΤ, που προέρχονται από επαναγορά των ελληνικών ομολόγων στην δευτερογενή αγορά ονομαστικής αξίας 45 δις ευρώ (με επιστροφή τους στο ελληνικό δημόσιο), υπολογιζόμενου οφέλους 11 δις ευρώ,

δ) χρηματοδότηση του ελληνικού δημοσίου μέχρι 0,35 σεντς ανά 1 ευρώ ονομαστικής αξίας  για εθελοντική επαναγορά ομολόγων από ιδιώτες στην δευτερογενή αγορά συνολικής ονομαστικής αξίας 63 δις (πρόκειται για τα εκδοθέντα ομόλογα που προήλθαν μετά την απομείωση-‘κούρεμα’ του PSI υπαγόμενα στο αγγλικό δίκαιο).

Οι παραπάνω α) και γ) περιπτώσεις της ‘συμφωνίας’ μπορούν να μειώσουν το χρέος μας το μέγιστο μέχρι 13 δις ευρώ και ουσιαστικά το βάρος (σχεδόν αποκλειστικά) πέφτει στην περίπτωση δ) της επιτυχίας της εθελοντικής επαναγοράς των νέων μετά το PSI ομολόγων, με όφελος περί τα 30 δις ευρώ.  Το συμπέρασμά μας είναι ότι πρόκειται για ημίμετρα που δεν λύνουν ουσιαστικά το πρόβλημα, ενώ καθίσταται επιτακτική μία δεύτερη διαγραφή του χρέους από τον κρατικό τομέα (OSI-Official Sector Involvement), που την θεωρούμε αναπόφευκτη στο εγγύς μέλλον. Η επαναγορά χρέους είναι ένας αντιπερισπασμός που προσπαθεί να αποφύγει και αναβάλει την πραγματική λύση, ελλείψει ύπαρξης πολιτικής βούλησης των ευρωπαϊκών ελίτ. Με δεδομένο ότι τα ομόλογα που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του PSI δεν μπορούν να απομειωθούν-‘κουρευτούν’ υποχρεωτικά και υπάγονται στο αγγλικό δίκαιο, τίθεται το ερώτημα ποιο όφελος θα έχει κάποιος να τα πουλήσει μέχρι 35% της νέας ονομαστικής τους αξίας. Είναι πρόσφατο το παράδειγμα της Αργεντινής που ‘σύρθηκε’ στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης από τα hedge funds που απαιτούσαν την 100% αποπληρωμή τους με την απειλή κατάσχεσης της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου στο εξωτερικό, ενώ αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και στην Ελλάδα με αρμόδια δικαστήρια αυτά του Λονδίνου. Επιπλέον πόσο λογικό θα ήταν να συμμετέχουν σε αυτή την διαδικασία τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, που υπέστησαν μεγάλη καταστροφή της περιουσίας τους από το PSI χωρίς αναπλήρωσή της ή ακόμη και οι ελληνικές τράπεζες με πιθανή ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης τους εις βάρος της εκ νέου αύξησης του δημοσίου χρέους?  Η υποτιθέμενη ‘συμφωνία’   βιωσιμότητας του χρέους βρίσκεται στον αέρα και θέτει επί τάπητος το γενικευμένο πλέον συναίσθημα της αποσύνθεσης της χώρας, αλλά και των λοιπών χωρών της περιφέρειας της ευρωζώνης, εξαιτίας των πολιτικών της ακραίας λιτότητας και ύφεσης των νεοφιλελεύθερων ελίτ της ευρωζώνης που επιβάλλονται μέσω και των ‘μνημονίων’.

Η προϊούσα αποσύνθεση της Ελλάδας και των άλλων χωρών του ‘νότου’, εξαιτίας των ασκούμενων ακραία νεοφιλελεύθερων πολιτικών των ευρωπαϊκών ελίτ και των εμπορικά πλεονασματικών χωρών του βορρά, θέτει το ζήτημα της συνοχής της ευρωζώνης και σε τελική ανάλυση της εξακολούθησης της ύπαρξής της. Αυτές οι πολιτικές, το μόνο που κάνουν είναι να αναβάλουν χρονικά την επέλευση της χρεοκοπίας, λεηλατώντας ουσιαστικά την δημόσια και ιδιωτική περιουσία της Ελλάδας, και όχι μόνο, και αναβάλλοντας διαρκώς την ουσιαστική επίλυση της ελληνικής κρίσης (ως μέρος της συστημικής κρίσης της ευρωζώνης).  Μέχρι πότε θα υπερισχύει η απόφαση παραμονής στην ευρωζώνη των ελλήνων, αλλά και των άλλων λαών της περιφέρειας, έναντι των δεινών που την συνοδεύουν; Τα όποια οφέλη εξακολουθούν να αποκομίζουν οι εμπορικά πλεονασματικές χώρες του βορρά είναι πρόσκαιρα και βραχυπρόθεσμα.  Είναι μαθηματικά βέβαιο ότι αυτές οι πολιτικές θα μεταφέρουν και στον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης την ύφεση και την ανεργία εξαιτίας του περιορισμού της ενεργής ζήτησης. Στην περίπτωση της Ελλάδας έπρεπε από την αρχή της κρίσης να γίνει μεγάλη απομείωση-‘κούρεμα’ του δημόσιου χρέους με προσδιορισμό του απεχθούς μέρους του, μέσω της διενέργειας λογιστικού ελέγχου επ’ αυτού, από διεθνή Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου (έχουμε αναφερθεί αναλυτικά σε προηγούμενα άρθρα μας). Αντ’ αυτού μέσω του 1ου μνημονίου μεταφέρθηκε μεγάλο μέρος του δημόσιου χρέους που κατείχαν ιδιώτες στο εξωτερικό (χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αμοιβαία κεφάλαια κλπ) στις πλάτες των ευρωπαϊκών λαών.  Με αυτό τον τρόπο το μέρος του χρέους που κατείχαν ιδιώτες στο εξωτερικό ελαχιστοποιήθηκε και μέσω του PSI απομειώθηκε-‘κουρεύτηκε’, ενώ υπήρξε απομείωση-‘κούρεμα’ του συνόλου του δημόσιου χρέους που κατείχαν οι ελληνικές τράπεζες και τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία. Αυτό το γεγονός κατέστησε την επανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών αναγκαία, μέσω του εκ νέου δανεισμού του ελληνικού δημοσίου, για ενίσχυση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους και εκπλήρωση των κανόνων της κεφαλαιακής τους επάρκειας σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών της Βασιλείας. Τουναντίον τα ασφαλιστικά ταμεία έχασαν μεγάλο μέρος των αποθεματικών τους, έναντι των όποιων δυνατοτήτων μελλοντικών παροχών τους προς τους συνταξιούχους τους. Το PSI αποδείχθηκε ολέθριο για το εσωτερικό της χώρας και με μικρά και αμφίβολα αποτελέσματα στην μείωση του εξωτερικού δημόσιου χρέους. Απαιτείται η κατάργηση των πολιτικών ύφεσης και ανεργίας που προκαλούν τα ‘μνημόνια’ και η αντικατάστασή τους με ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας που θα θέτει προτεραιότητες και επιλογές ανάπτυξης σε καθορισμένους τομείς της οικονομίας.

 Για να καταστεί το χρέος βιώσιμο, απαιτείται η διαγραφή μεγάλου μέρους του διακρατικού πλέον δημόσιου χρέους,  μέσω της διαδικασίας που περιγράψαμε παραπάνω, και η χρηματοδότηση της ανάπτυξης από την ΕΤΕΠ (Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων) και ευρωπαϊκούς πόρους με βάση το παραγωγικό σχέδιο ανασυγκρότησης. Επιπλέον, η αποπληρωμή των τοκοχρεωλυσίων του εναπομείναντος χρέους πρέπει να πραγματοποιείται με ρήτρα ανάπτυξης.        

 

 

 * Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, κάτοχος 2ετούς μεταπτυχιακού τίτλου διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων, email : nikokal02@yahoo.gr   

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου