Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι συνέπειες και η συνέχεια…..(1ο μέρος)

Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι συνέπειες και η συνέχεια…..(1ο μέρος)
Του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου * 24/6/2013

Από το 2008 το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα βρίσκεται σε πορεία εξασθένισης-αποδυνάμωσης, συγκρινόμενο με τη δυναμική που επέδειξε μεταξύ 1980 και 2008. Τα έτη αυτά γενική προοπτική ήταν η παγκοσμιοποίηση με μαζικές μετακινήσεις χρήματος και κεφαλαίου διεθνώς, η τρομακτική επέκταση του διεθνούς δανεισμού και η επιβολή των απορρυθμίσεων, παγκόσμια και εθνικά, μέσω της διαρκούς και τεράστιας επέκτασης των χρηματοοικονομικών μοχλεύσεων. Η εμφάνιση της τρέχουσας κρίσης, που πρωτοεμφανίσθηκε ως χρηματοοικονομική κρίση των ενυπόθηκων δανείων μειωμένης εξασφάλισης (subprimes) τo 2007-2008 στις ΗΠΑ, εξαντλεί την όποια προοπτική   της επικράτησης της νεοφιλελεύθερης χρηματοπιστωτικής  παγκοσμιοποίησης του τέλους της δεκαετίας του 1970. Η βαθμιαία σημερινή επικράτηση της απο-παγκοσμιοποίησης της διεθνούς οικονομίας σημαίνει την μείωση, έως εξάλειψης, των μορφών του διεθνούς δανεισμού, τη ριζική από-μόχλευση και τη ραγδαία επάνοδο των χρηματοοικονομικών ρυθμίσεων με έμφαση στην ύπαρξή τους σε εθνικά πλαίσια. Κάθε νέα κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού τείνει προς μία επαναθεώρηση των πραγμάτων, κινούμενη στον αντίποδα των δοξασιών που μέχρι πρόσφατα επικρατούσαν. Την τελευταία πενταετία παρατηρείται μια αδιάλειπτη επιδείνωση του διεθνούς μακροοικονομικού συντονισμού, η διαρκής στενότητα χρηματοδοτικών μέσων εκδηλωνόμενη ως κρίση ρευστότητας στις διεθνείς αγορές, η διακοπή της διασύνδεσης των  διεθνών χρηματιστηριακών αγορών με κατακόρυφη πτώση του όγκου του διεθνούς εμπορίου και η εμφάνιση διαρκών εμποδίων στην παγκόσμια ανταλλαγή και διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών.  Η αρχή της ελευθερίας του παγκόσμιου εμπορίου, πάνω στην οποία βασίσθηκε  η συμφωνία του Bretton-Woods το 1944, και η ίδρυση των παγκόσμιων μεταπολεμικών οικονομικών οργανισμών του ΔΝΤ (Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), της ‘Παγκόσμιας’ Τράπεζας και της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (του τωρινού ΠΟΕ –Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου) ως προϊόν συμβιβασμού των αντιπροσωπειών των ΗΠΑ, υπό τον αναπληρωτή υπουργό οικονομικών Harry Dexter-White, και της Βρετανίας, υπό τον John-Maynard Keynes, παύει πλέον να θεωρείται το θέσφατο του παγκόσμιου καπιταλισμού που ουδείς αμφισβητεί και θίγει. Αρχίζει να εδραιώνεται πλέον η κατάρρευση του διεθνούς κλίματος εμπιστοσύνης, πάνω στο οποίο βασιζόταν η διεθνής μετακίνηση επενδύσεων και χρηματοδοτήσεων.
Οι οικονομικές προσεγγίσεις, που ακολούθησαν μετά την εκδήλωση της κρίσης του 2008, αναγνωρίζουν πλέον τον επικίνδυνο χαρακτήρα των παγκόσμιων κεφαλαιακών απορρυθμίσεων και των διεθνών κερδοσκοπικών χρηματοοικονομικών μετακινήσεων, λόγω των εξαιρετικά αρνητικών επιπτώσεων στις χώρες προορισμού τους. Σε όλο και περισσότερες χώρες, που υπέστησαν με οδυνηρό τρόπο τις συνέπειες των παρεμβάσεων του ΔΝΤ (Βραζιλία, Σιγκαπούρη- Ασία, Αργεντινή κλπ), επανεμφανίζονται αυξανόμενοι έλεγχοι της κίνησης των κεφαλαίων που προσπαθούν να αποθαρρύνουν της βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές τοποθετήσεις τους και να ενθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες παραγωγικές εισροές τους. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας παρατηρείται μια σημαντική επιβράδυνση του διεθνούς εμπορίου και της κινητικότητας των διεθνών επενδύσεων και κεφαλαίων, που έχει ως αποτέλεσμα τον ουσιαστικό περιορισμό όλων των μορφών των διεθνών χρηματοδοτήσεων και συνεπώς τη δραστική  επιβράδυνση των αυξητικών ρυθμών της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης. Η βασική κινητήρια δύναμη της περίπου τριακονταετούς χρονικής περιόδου της παγκοσμιοποίησης, ήταν οι υψηλοί αυξητικοί ρυθμοί του διεθνούς εμπορίου και η αδιατάρακτη και χωρίς περιορισμούς διεθνής κινητικότητα των μετακινούμενων χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων και των κερδοσκοπικών μορφών των επενδύσεων. Αυτού του είδους οι απορρυθμισμένες κινήσεις ενοχοποιούνται σήμερα ως οι κύριοι υπεύθυνοι της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, εξαιτίας της προηγηθείσας υπερδιόγκωσής τους και η ισορροπία αναζητείται στο αντίθετο σημείο της προηγηθείσας διεθνούς οικονομικής τάξης. Η οποιαδήποτε προοπτική εύρεσης ενός νέου παγκόσμιου οικονομικού προτύπου, πρέπει να βασίζεται στον διεθνή συγχρονισμό και την ολοκλήρωση που θα ελαχιστοποιεί την ύπαρξη αυθαιρεσίας και ασυδοσίας των ιδιωτικών κεφαλαίων και των ‘αγορών’. Τείνει να γίνει καθολικό αίτημα η επιστροφή στις συνθήκες των ενάρετων οικονομικών προτύπων, που καθιέρωσε η συμφωνία του Bretton-Woods για την μεταπολεμική οικονομία, τόσο για τις εσωτερικές και εθνικές αγορές όσο και για ευρύτερα υπερεθνικά και περιφερειακά σύνολα. 
Το σύστημα του Bretton-Woods βασιζόταν στο πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο των ΗΠΑ, στη σταθερή σχέση ανταλλαγής του αμερικανικού δολαρίου με τον χρυσό (μία ουγκιά χρυσού=35 δολάρια) και στη σταθερή σχέση (με περιθώριο απόκλισης +-2%) των λοιπών εθνικών νομισμάτων με το δολάριο. Αποτελούσε μια παραλλαγή του ισχύσαντος προπολεμικού κανόνα του χρυσού και κατέρρευσε το 1971, λόγω της άρνησης μετατρεψιμότητας του δολαρίου με τον χρυσό που ανήγγειλε ο Nixon και οφειλόταν τυπικά στην μετατροπή του εμπορικού ισοζυγίου των ΗΠΑ σε ελλειμματικό λόγω των τεράστιων  δαπανών του πολέμου του Βιετνάμ. Ο ουσιαστικός όμως λόγος της κατάρρευσης του συστήματος αυτού, είναι η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους των επιχειρήσεων παγκοσμίως, πού οφείλεται στην αλλαγή της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου εξαιτίας των ραγδαίων τεχνολογικών καινοτομιών των μεταπολεμικών δεκαετιών  και οδήγησε στην επικράτηση κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών και του παγκόσμιου απορρυθμισμένου χρηματιστηριακού καπιταλισμού των τριών τελευταίων δεκαετιών, αίροντας συνεχώς τις όποιες κατακτήσεις του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους-πρόνοιας. Είναι πλέον σαφές ότι έχουν εξαντληθεί πλήρως τα όρια και οι πραγματικές δυνατότητες, που ψευδεπίγραφα ενσωματώθηκαν στη συνθηματολογία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. 
Μέχρι σήμερα έχει αποφευχθεί η μοιραία στρατηγική των εθνικών νομισματικών υποτιμήσεων για ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας μιας εθνικής οικονομίας, γνωστή διεθνώς ως beggar-thy-neighbour (ζητιανιά από τον γείτονα), που επέρριπτε το κόστος μιας εθνικής προσαρμογής για εξάλειψη του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μιας χώρας στις γειτονικές της χώρες με τις οποίες είχε εμπορικές συναλλαγές, μέσω της υποτίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας ενός εθνικού νομίσματος. Αυτή η στρατηγική οδήγησε στο ντόμινο των ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων και στην καταστροφή της δεκαετίας του 1930, με κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου, την εμφάνιση ακραίων εθνικιστικών ιδεολογιών και πολιτικών κινημάτων και  τελικά στην επίλυση των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων και καταστροφή μεγάλου μέρους του φυσικού κεφαλαίου με το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια παρόμοια κατάληξη, με ισοδύναμα καταστροφικά αποτελέσματα, μπορεί όμως να επιτευχθεί και μέσω άλλων οδών και τρόπων. Όταν ο στόχος παραμένει ο ίδιος, έστω προσπαθώντας να υλοποιηθεί με διαφορετικά μέσα και τρόπους, η αναβίωση ενός εφιαλτικού σεναρίου σαν αυτού της δεκαετίας του 1930 παραμένει ενεργή.
Σήμερα σε αντίθεση με τη γενικευμένη αρχή των νομισματικών διολισθήσεων,  που εφαρμόσθηκε τη δεκαετία του 1930, εφαρμόζεται  σε παγκόσμια κλίμακα η αρχή της νομισματικής σταθερότητας. Παρόλα αυτά δεν διευκολύνεται η διεθνής προσαρμογή και σταθεροποίηση όλων των οικονομιών παγκοσμίως, ούτε όμως και το παγκόσμιο πλαίσιο διεξαγωγής των διεθνών συναλλαγών. Η γενικευμένη εφαρμογή αυτής της αρχής, οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη δογματική εμμονή του ΔΝΤ και της ‘συναίνεσης της Ουάσιγκτον’ από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, παρά στην όποια  αποτελεσματικότητά της έχει αποδειχθεί πρακτικά. Συνεπώς οι χώρες καταφεύγουν σε πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή λιτότητας σε δαπάνες  και εισοδήματα, που επιβάλλονται ως το κύριο εργαλείο προσαρμογής και εξισορρόπησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων του εμπορικού ισοζυγίου.  Με αυτήν  επιδιώκεται το ισοδύναμο αποτέλεσμα μιας εξωτερικής νομισματικής υποτίμησης, που κυριάρχησε την περίοδο του μεσοπολέμου, περικόπτοντας τις δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες ενός έθνους για να περιορισθούν οι εισαγωγές και να ενθαρρυνθούν οι εξαγωγές, μειώνοντας με αυτό τον τρόπο το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών μιας οικονομίας. Συνεπώς ο επιδιωκόμενος στόχος παραμένει ο ίδιος με αυτόν του μεσοπολέμου, με εφαρμογή όμως διαφορετικής μεθόδου επίτευξής του. Το αποτέλεσμα κρίνεται εξίσου καταστροφικό με τότε, όσον αφορά στις επιπτώσεις επί του διεθνούς εμπορίου και στην αποσταθεροποίηση του διεθνούς πλαισίου διεξαγωγής των συναλλαγών.
Η άμεση περικοπή δαπανών, όλων των ειδών, είναι η εφαρμοζόμενη σήμερα τυποποιημένη συνταγή οικονομικής πολιτικής σε όλη την Ευρώπη, ανεξαρτήτως  της ελλειμματικότητας ή πλεονασματικότητας του εμπορικού ισοζυγίου μιας χώρας.  Η δογματική εμμονή της υπερ-πλεονασματικής Γερμανίας, που εκπορεύεται από τη νεοφιλελεύθερη λογική  των ηγετικών της κυρίαρχων ελίτ, δεν οδηγεί βέβαια στην απορρόφηση  των ελλειμμάτων των εταίρων της στην ευρωζώνη αλλά την αποσταθεροποιεί περαιτέρω, όταν από τη λειτουργία της εξαρτά και η ίδια τα εμπορικά πλεονάσματά της. Οι ανισορροπίες στο εσωτερικό της ευρωζώνης, εμπορικά ελλείμματα ή πλεονάσματα, αντιμετωπίζονται πανομοιότυπα με μεθόδους ακραίας λιτότητας  συρρικνώνοντας τα απόλυτα επίμαχα μεγέθη. Έτσι όμως, αυξάνονται  και διευρύνονται οι σχετικές ανισορροπίες και καταστέλλεται ο όποιος οικονομικός δυναμισμός, με συνέπεια την περαιτέρω αποσταθεροποίηση της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτή η οικονομικά αδιέξοδη πολιτική, εφαρμόζεται παντού αδιακρίτως με άκρατο ζήλο εστιάζοντας στη δογματική εμμονή των ισορροπημένων εθνικών ισοζυγίων. Επιδεικνύεται η ίδια εμμονή, τονίζοντας της ανυπαρξία εναλλακτικής στρατηγικής αντιμετώπισης, με την οποία εφαρμόσθηκε το δόγμα του κανόνα του χρυσού προπολεμικά έως το 1931 και στη συνέχεια η γενικευμένη μέθοδος των ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων. 
Ο πρακτικός απολογισμός αυτού του νέου δόγματος, βαίνει συνεχώς αμφισβητούμενος με απογοητευτικά αποτελέσματα και διασπείροντας μια εντονότατη και διάχυτη ανησυχία. Η Γερμανία, ως ιδιαίτερα πλεονασματική εμπορικά χώρα, όφειλε να αυξάνει τις δαπάνες και τα εισοδήματα στο εσωτερικό της, διευρύνοντας την εσωτερική της αγορά και αντισταθμίζοντας τις αρνητικές επιπτώσεις των περικοπών που επιβάλλει στους ελλειμματικούς εμπορικά εταίρους της. Αντ’ αυτού έχει επιβάλει την πολιτική του μισθολογικού dumping και στο εσωτερικό της,  επικαλούμενη τον φόβο των έντονων πληθωριστικών πιέσεων, όταν ο κίνδυνος των έντονων υφεσιακών φαινομένων είναι ήδη αισθητός. Η πολιτική της μονεταριστικής εμμονής περιορισμού της ποσότητας του χρήματος και της νομισματικής κυκλοφορίας, με ακραία επίδειξη νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, είναι αυτή που οδηγεί μαθηματικά στη διάλυση της ευρωζώνης. Μια αντίρροπη τάση εξισορρόπησης και ανάπτυξης στο εσωτερικό της ευρωζώνης, θα μπορούσε να προέλθει μόνο από τις εμπορικά πλεονασματικές χώρες. Όταν όλοι οι εταίροι ταυτόχρονα εφαρμόζουν πολιτικές ακραίας λιτότητας, η οικονομική δραστηριότητα δεν ασκείται προς όφελος των εμπορικά πλεονασματικών χωρών αλλά καταρρέει με ζημιωμένους τελικά τους πάντες.  Αυτή η καθοδική δυναμική της ύφεσης, και ο ατέρμων φαύλος κύκλος, επεκτείνεται και διαχέεται παγκοσμίως δυσχεραίνοντας περαιτέρω την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας και των περιφερειακών συνιστωσών της (χώρες Ασίας, Ρωσία, Βραζιλία, Κίνα κλπ).



* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email : nikokal02@yahoo.gr, website : www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου