Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομική κρίση και συστημική κρίση του παγκόσμιου και ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού

Παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομική κρίση και συστημική κρίση του παγκόσμιου και ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού
Του Καλλίνικου Νικολακόπουλου* 15/1/2015

Η διαχείριση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, που επιβάλλεται από τις νεοφιλελεύθερες ελίτ με προεξάρχουσα τη Γερμανία, όχι μόνο δεν το μειώνει αλλά το διογκώνει περαιτέρω. Στην Ελλάδα το δημόσιο χρέος από 126% του ΑΕΠ το 2010, έχει υπερβεί σήμερα το 175% και ακόμη και σε απόλυτα αριθμητικά μεγέθη δεν έχει σταματήσει να αυξάνεται, παρά τις ενδιάμεσες διαγραφές των PSI και PSI+ πυροβολώντας τα πόδια μας, με τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους των αποθεματικών των ελληνικών ασφαλιστικών ταμείων. Το συνολικό ύψος του δημόσιου χρέους δεν υποχωρεί, παραμένοντας σε ανοδική τροχιά, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλες ανεξαιρέτως τις υπερχρεωμένες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας-νότου. Η μεταπολεμική αμερικανική παγκόσμια οικονομική επικυριαρχία, επέβαλε τη διαγραφή του 63% του γερμανικού διακρατικού δημόσιου χρέους και την αποπληρωμή του υπολοίπου με ρήτρα ανάπτυξης, σύμφωνα με τη συνθήκη του Λονδίνου του 1953 που ευνόησε την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας και την ευρωπαϊκή επικράτησή της. Αντίθετα, η γερμανική ευρωπαϊκή οικονομική επικυριαρχία επιχειρεί να επιβληθεί με πολιτική που προσομοιάζει, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, αυτής που της επιβλήθηκε μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με τη συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, οδηγώντας την με την επιβολή τιμωρητικών οικονομικών κυρώσεων, που προσέβλεπαν στην ‘ηθική’ αναμόρφωση των οφειλετών, στην κοινωνική εξαθλίωση και την επικράτηση του ναζισμού, μετά την αναιμική δημοκρατία της Βαϊμάρης, και το ολοκαύτωμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.
Οι πιστωτές συνεχίζουν τον αδιάλειπτο δανεισμό των οφειλετών με νέα δάνεια, που χορηγούνται αποκλειστικά για την αποπληρωμή των παλαιών σωρευτικών χρεών, με αυστηρότατους όρους και προϋποθέσεις, τιμωρητικής λογικής και ‘ηθικής’ υφής, που καθιστούν αδύνατη την μελλοντική αποπληρωμή τους, λόγω της επιβαλλόμενης σε τεράστια έκταση υφεσιακής πολιτικής. Η κατασταλτική ‘θεραπευτική’ αγωγή,  συρρικνώνοντας τα εισοδήματα, καθιστά απόλυτα αδύνατη την αποπληρωμή των χρεών των οφειλετριών χωρών, ακόμη και στην περίπτωση που αυτό ήταν αρχικά δυνατό. Σύμφωνα με τους θεμελιωτές της κλασικής πολιτικής οικονομίας, η επιδίωξη του ατομικού κέρδους δημιουργεί εισοδήματα και εργασία, επιτυγχάνοντας κοινωνική ευημερία, ενώ  η ‘εγκρατής’ και ‘ηθική’ αξίωση οδηγούν την οικονομία στην ύφεση και το αδιέξοδο. Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο οι τραπεζίτες, οι βιομήχανοι και λοιποί κεφαλαιούχοι διαχρονικά επιδεικνύουν μια ‘ανορθολογική’ προτίμηση στην ύφεση, την ανεργία και την υποαπασχόληση, είναι η βαθειά απέχθειά τους έναντι των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών, που προκύπτουν από την εφαρμογή πολιτικών πλήρους απασχόλησης και οικονομικής σταθεροποίησης. Εφόσον ο εργαζόμενος βρίσκει εργασία αναπλήρωσης, οποιοσδήποτε πειθαναγκαστικός και κατασταλτικός χαρακτήρας των απολύσεων εξανεμίζεται, ενώ ενισχύεται η αποτελεσματικότητα της συλλογικής δράσης των εργαζομένων και η αυτοπεποίθησή τους, περιορίζοντας την κοινωνική ασυδοσία του επιχειρηματία-εργοδότη. Η ύφεση προτιμάται ως ‘θεραπευτική’ αγωγή από τους τραπεζικούς-επιχειρηματικούς κύκλους, έναντι της πλήρους απασχόλησης που χαρακτηρίζεται ως ‘νοσηρή’ γιατί καθιστά ανεφάρμοστη την οποιαδήποτε ‘πειθαρχία’ στους εργασιακούς χώρους, ακόμη και όταν επιφέρει την αναπόφευκτη συρρίκνωση της οικονομικής κερδοφορίας τους.
Το αδιέξοδο στον καπιταλισμό δεν προκύπτει από κάποιο φυσικό νόμο, ως κάτι αναπότρεπτο και τελικά μοιραίο, αλλά από τις πολιτικές επιλογές της μεγαλοαστικής τάξης, όντας συνάρτηση των ενεργοποιούμενων κοινωνικών αντιστάσεων. Σήμερα περικόπτονται άγρια τα εργασιακά δικαιώματα, αμφισβητείται ευθέως η έννοια του εργατικού δικαίου, της διαιτησίας και της δικαιοσύνης, στον βαθμό που δικαιώνει τις εργατικές διεκδικήσεις, με πλήρη ανατροπή της υπάρχουσας νομοθεσίας και κάνοντας πασιφανές ότι η κρίση τελικά δεν είναι ένα αποκλειστικά οικονομικό πρόβλημα, αλλά βαθειά πολιτικό ζήτημα και ταξικά συγκρουσιακό. Η γερμανική μεγαλοαστική τάξη, έχοντας ήδη οδηγήσει δύο φορές τον κόσμο στο ‘μακέλεμα’ και το σφαγείο, αποδεικνύεται πάλι κοιτίδα φονικής και ατελέσφορης επιβολής της λογικής των μονομερών αφαιμάξεων σε βάρος του κόσμου της εργασίας πανευρωπαϊκά και επιδιώκοντας την εκπλήρωση των ηγεμονικών φαντασιώσεών της. Αν και η τρέχουσα οικονομική κρίση προέκυψε ως αποτέλεσμα της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής φούσκας, μεταφέρθηκε στις υπερεκτεθειμένες σε αυτήν γερμανικές τράπεζες, που με τη σειρά τους τη μετέφεραν στον ευρωπαϊκό νότο ενοχοποιώντας τον για διάφορες ‘παθογένειες’. Η πολιτική της ευρωζώνης, υπό γερμανική επικυριαρχία, επιβάλλει τη σκληρή τιμωρία των αδύναμων και μη ανταγωνιστικών με ταυτόχρονη επιβράβευση των ισχυρών και ανταγωνιστικών, εκτινάσσοντας την ανεργία και τα οικονομικά ελλείμματα σε δυσθεώρητα ύψη. Η Ευρώπη σήμερα έχει καταστεί κοιτίδα της παγκόσμιας ύφεσης και ανεργίας, με τη χώρα μας στον ρόλο του πειθήνιου πειραματόζωου, παρότι η Γερμανία ηγούμενη των εμπορικών πλεονασμάτων παγκόσμια, έχει την πολυτέλεια και ευχέρεια σταθεροποίησης και εξισορρόπησης της ΟΝΕ και της ευρωζώνης.
Εκατοντάδες χιλιάδες νέων, με ανώτατη μόρφωση και μεταπτυχιακή εκπαίδευση, εγκαταλείπουν τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας-νότου σε αναζήτηση εργασίας και επιβίωσης. Η εισροή μεταναστευτικού δυναμικού στη Γερμανία, έχει αυξηθεί από 128.000 άτομα το 2010 σε 340.000 άτομα στα τέλη του 2012, εκ των οποίων οι 96.000 προέρχονται από χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Παρά την μετακίνηση πληθυσμών από τις ελλειμματικές χώρες προς την πλεονασματική Γερμανία, η ανεύρεση εργασιακής θέσης είναι αβέβαιη. Η γερμανική απασχόληση ουσιαστικά είναι στάσιμη, κινούμενη με ρυθμούς αύξησης 0,5% την τελευταία τριετία, ενώ οι περικοπές δαπανών στην πλεονασματική γερμανική οικονομία την έχουν καταστήσει στάσιμη, με την ύφεση και ανεργία να καθίστανται αισθητές από το τελευταίο τρίμηνο του 2012, ενώ οι επενδύσεις και ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου παρουσιάζουν αρνητικές επιδόσεις. Η ανεργία κινείται πέριξ του 7% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, με 8% στις ηλικίες κάτω των 25 ετών, ενώ οι συνθήκες της μερικής απασχόλησης και της εργασιακής ανασφάλειας έχουν γίνει αισθητές σε διάφορους εργασιακούς κλάδους. Έχει καταγραφεί ότι ποσοστό περίπου 25% των Γερμανών, εργάζεται με ωρομίσθιο 6-8 ευρώ, 4 ευρώ στις περιοχές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας που αντιστοιχεί σε 720 ευρώ μηνιαίως. Ενώ το χρήμα του νότου έχει μεταφερθεί στη Γερμανία, συνοδευόμενο από ανέργους πανεπιστημιακής μόρφωσης και άνω, η προσφορά θέσεων εργασίας παραμένει μικρότερη από τη ζήτηση. Η κρίση χρέους στις ελλειμματικές χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας-νότου, έχει οδηγήσει σε μια τεράστια εκροή άκρως καταρτισμένου εργατικού δυναμικού προς τη Γερμανία που, παρά την έντονη πλεονασμαστικότητα, δεν έχει κατορθώσει να το απορροφήσει.  
Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών της Βασιλείας στην Ελβετία (BIS), το συνολικό παγκόσμιο χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, έχει αυξηθεί από 70 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2007 σε 100 τρις το 2013 (ποσοστό αύξησης 43%), με συμμετοχή σε αυτό κατά 43% των δημοσίων χρεών και κατά 57% των ιδιωτικών, ενώ τα δημόσια χρέη έχουν αυξηθεί κατά 80% με πολύ ταχύτερο ρυθμό της αντίστοιχης αύξησης των ιδιωτικών. Η BIS το αποδίδει στην αναδοχή από τα κράτη των ιδιωτικών τραπεζικών χρεών, που μετατράπηκαν σε δημόσια, στην προσπάθεια διάσωσης των τραπεζικών τομέων και σταθεροποίησης των οικονομιών μετά την κρίση του 2008. Η τακτική που ακολουθήθηκε, για τη διάσωση των τραπεζών κατ’ απόλυτη προτεραιότητα που θα σταθεροποιήσει δήθεν και τις αντίστοιχες οικονομίες, είναι σύμφωνη με όσα πρεσβεύει η σχολή του μονεταρισμού και ακραιφνούς νεοφιλελευθερισμού του Σικάγου, με κύριο εκπρόσωπο  τον παγκοσμίως γνωστό Milton Friedman. Με την ανάληψη από τα κράτη των ιδιωτικών τραπεζικών χρεών, προέκυψε η κρίση κρατικής υπερχρέωσης από το 2010, ενώ οι τράπεζες, που διασώθηκαν με αυτό τον τρόπο, αποφεύγουν συστηματικά να αναλάβουν τον ρόλο τους στην οικονομική ανάκαμψη μέσω της τραπεζικής χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Οι οικονομίες και τα εθνικά εισοδήματα βρίσκονται σε στασιμότητα, με ταυτόχρονη επιβάρυνση των χρεών που εκφράζονται ως ποσοστά των αντίστοιχων εισοδημάτων. Στην  ευρωζώνη το συνολικό δημόσιο χρέος ανέρχεται σήμερα σε 95,5% του αντίστοιχου ΑΕΠ, στη Βρετανία σε 94%, στις ΗΠΑ σε 112% και στην Ιαπωνία σε 245%. Η κρατική υπερχρέωση όμως, δεν είναι η ίδια σε όλες τις περιοχές παγκοσμίως, αλλά αφορά στις αναπτυγμένες περιοχές της ευρωζώνης, της Βρετανίας, της Βόρειας Αμερικής και της Ιαπωνίας. Στις αναδυόμενες οικονομίες των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική), τα δημόσια χρέη κυμαίνονται μεταξύ 20% και 40% των αντίστοιχων ΑΕΠ. Η επιτάχυνση του χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, καθίσταται απειλητική σε χώρες με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και χαμηλό πληθωρισμό. Στην ευρωζώνη ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της εξαετίας 2008-2014 ήταν μηδενικός, στη Γερμανία 0,8%, στην Ιαπωνία 0,3%, ενώ αντίθετα στις ΗΠΑ ήταν 2,2%. Οι ΗΠΑ είναι το χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα αντιμετώπισης των υψηλών χρεών μέσω πληθωρισμού ή/και μέσω ανάπτυξης, όταν το δημόσιο χρέος από 144% του ΑΕΠ το 1944, κατέληξε μετά μια εικοσαετία το 1964 να είναι 35% του ΑΕΠ.
Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης, έχουν αρνηθεί την ικανότητα έκδοσης χρήματος, σύμφωνα με τις ανάγκες της οικονομίας, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εκδίδει χρήμα για αποκλειστική του παραχώρηση στις ιδιωτικές τράπεζες, που δεν το ανακυκλώνουν με χρηματοδότηση της οικονομίας. Η ευρωζώνη όχι μόνο δεν επιταχύνει τους ρυθμούς ανάπτυξης για να ελαφρύνει το βάρος των χρεών, αλλά επιλέγοντας τη λιτότητα επιβάλλει την ύφεση και ανεργία ως την κατάλληλη ‘θεραπευτική αγωγή’. Η λογική των νεοφιλελεύθερων ευρωπαϊκών ελίτ, προτάσσει την προτεραιότητα πραγματοποίησης ‘διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων’, εννοώντας τις ευρείες εργασιακές απορυθμίσεις, για την προηγούμενη ‘εξυγίανση’ της οικονομίας, αναστέλλοντας την ανάκαμψη με συρρίκνωση των  εθνικών εισοδημάτων και εκτίναξη της ανεργίας, μέσω περικοπών κοινωνικών δαπανών και αποδιάρθρωσης του κοινωνικού κράτους πρόνοιας, επιβαρύνοντας τα χρέη σε πραγματικούς όρους.  Στη χώρα μας είναι πασιφανές ότι η κρίση χρέους, είναι αποτέλεσμα της αποτυχημένης και καταστροφικής διαχείρισης που η νεοφιλελεύθερα δομημένη ευρωζώνη, υπό τη γερμανική επικυριαρχία, έχει επιβάλει σε όλες τις χώρες-μέλη, με δευτερεύουσα όψη την πελατειακή και αναποτελεσματική, και όχι υπερτροφική, δομή της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Η Ελλάδα, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, ‘πνίγεται’ όχι από το χρέος αλλά από τις πολιτικές που με πρόσχημα αυτό, προωθούν την ύφεση και τη μαζική ανεργία, παραδίδοντας τη χώρα στις νεοφιλελεύθερες ελίτ ως σύγχρονη αποικία και δουλοπαροικία χρέους.
Η Συνθήκη της Λισσαβόνας του 2005, απαγορεύει κατηγορηματικά διασώσεις, αμοιβαιοποιήσεις χρεών και δημοσιονομικές μεταβιβάσεις πόρων από πλεονασματικές σε ελλειμματικές χώρες, ακόμη και στην περίπτωση άμεσης απειλής της ευρωπαϊκής συνοχής. Πρόσφατα η ΕΚΤ ‘τεκμηρίωσε’ τον ισχυρισμό, ότι το μέσο ελληνικό και κυπριακό νοικοκυριό  είναι πολύ πλουσιότερο από το αντίστοιχο γερμανικό, εξάγοντας το συμπέρασμα ότι δεν είναι ‘ηθικό’ οι ‘φτωχότεροι’ γερμανοί να στηρίζουν του πλουσιότερους έλληνες-κύπριους!!!!! Οι διασώσεις χωρών στο εξής, θα πραγματοποιούνται με τη διάθεση ιδίων πόρων, σύμφωνα με το μοντέλο που ακολουθήθηκε στη ‘διάσωση’ της Κύπρου με το άγριο ‘κούρεμα’ των άνω των 100.000 ευρώ τραπεζικών καταθέσεων. Οι ευρωπαϊκές συνθήκες του Μάαστριχτ (1992) και της Λισσαβόνας (2005), έχουν προνοήσει για την κατάργηση της ‘ρήτρας αλληλεγγύης’, που ίσχυε μεταξύ κεντρικών τραπεζών στο ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών του ECU, καταργώντας οποιαδήποτε μορφή αλληλεγγύης προβλεπόταν στην ιδρυτική συνθήκη των ευρωπαϊκών κοινοτήτων της Ρώμης (1957), με το σκεπτικό της δήθεν επιβάρυνσης εργατικών και επιτυχημένων σε βάρος οκνηρών και αποτυχημένων. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, οι αποτυχημένες χώρες επιβαρύνονται με το κόστος προσαρμογής τους, τιμωρούμενες επιπλέον με σοβαρά πρόστιμα, που αφαιρούνται από το ΑΕΠ, για όποιες καθυστερήσεις και αδυναμία της ‘αναγκαίας’ προσαρμογής. Σύμφωνα με τη λογική άκρως συντηρητικών γερμανών οικονομολόγων και οικονομικών κύκλων, οι πρόσφατες διασώσεις τραπεζών που ανακεφαλαιοποιήθηκαν με χρήματα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθεροποίησης (ESM) και η μελλοντική τραπεζική ενοποίηση στην ευρωζώνη, είναι απόλυτα λανθασμένες, καθώς ο διασωζόμενος πρέπει να ανακάμπτει με χρήση ιδίων μέσων και οι διασώσεις με χρήση ευρωζωνικών πόρων πρέπει να αποφεύγονται ως ‘ανήθικες’.  
Οι προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας παραμένουν αβέβαιες και η ανάκαμψη δυσθεώρητη, για το ορατό μέλλον, αφού οι ασκούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές όχι μόνο δεν κατευνάζουν την κρίση αλλά την αναζωπυρώνουν διαρκώς. Παρότι το πρόβλημα χρέους είναι υπαρκτό στην Ευρώπη, αυτό κινείται σε υψηλότερο επίπεδο στις ΗΠΑ και εντυπωσιακά ψηλότερα, με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, στην Ιαπωνία. Το πρόβλημα δημιουργείται όμως, όχι από την διόγκωση καθαυτή του χρέους αλλά από την εσπευσμένη αποπληρωμή του έναντι οποιουδήποτε κοινωνικού κόστους, αφού αυτή αποβαίνει αιτία μεγαλύτερης ύφεσης και ανεργίας λόγω περιστολής των δαπανών προκειμένου αυτό να αποπληρωθεί. Είναι αναγκαία και επιτακτική η επαναδιαπραγμάτευση όλων των χρεών, με στόχο τη διατήρηση του επιπέδου λειτουργίας της οικονομίας, που προηγείται έναντι της εξυπηρέτησης των χρεών και των πιστωτών, γιατί η συρρίκνωση των εισοδημάτων τα καθιστά μη διαχειρίσιμα. Όταν το κόστος του χρήματος, παρότι καθίσταται μηδενικό ή και αρνητικό, δεν καταφέρνει να επανεκκινήσει την οικονομία, τότε έχουμε το γνωστό φαινόμενο της ‘παγίδας ρευστότητας’, όπου οι οφειλέτες προτιμούν να αποπληρώνουν τους πιστωτές, που κατακρατούν τους τίτλους τους γιατί αποδίδουν περισσότερο από το ρευστό χρήμα. Από τη δεκαετία του 1980 η νεοφιλελεύθερη ‘επανάσταση’, που ξεκίνησε σε ΗΠΑ και Βρετανία, απορύθμισε τις οικονομικές λειτουργίες αφήνοντας τα πάντα να ρυθμισθούν από τις ‘αγορές’, που θα επιτύγχαναν δήθεν τη σταθεροποίηση της οικονομίας και την πλήρη απασχόληση, αντί της παρέμβασης των κρατών και των κεντρικών τραπεζών με στόχους τη ρύθμιση της οικονομίας και της απασχόλησης.
Η Ευρώπη, παραμένοντας δέσμια της νεοφιλελεύθερης ιδεοληψίας και του άκαμπτου δογματισμού, δίνει απόλυτη προτεραιότητα στη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα σε βάρος της πραγματικής οικονομίας. Η εξασφάλιση μηδενικών επιτοκίων, απεριόριστης ρευστότητας και ενισχυμένων εγγυήσεων προς τους πιστωτές του δημοσίου από την ΕΚΤ, καθιστά αποδοτικότερη την κατακράτηση τίτλων από τη ρευστοποίησή τους, σε βάρος της πραγματικής και απαραίτητης ρευστότητας της οικονομίας. Όταν οι ιδιωτικοί τομείς αποσπούν πόρους και ρευστότητα από την πραγματική οικονομία μεταβιβάζοντάς τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα κράτη οφείλουν να διατηρήσουν την μακρο-οικονομική ισορροπία και να αποτρέψουν την επερχόμενη ύφεση, με αντικυκλικές πολιτικές αύξησης δημοσίων δαπανών, αγορών και παραγγελιών, τονώνοντας την ενεργή ζήτηση. Η Ευρώπη θα όφειλε να αυξάνει τις δαπάνες της, χρηματοδοτώντας μεγάλα έργα ευρωπαϊκής εμβέλειας και σταθεροποιώντας την ευρωπαϊκή οικονομία με τόνωση της απασχόλησης, λειτουργώντας αντίθετα σε κρατικές πολιτικές συγκράτησης των δαπανών. Αντ’ αυτού προβλέπεται συνολική μείωση των ευρωπαϊκών εισφορών από τα κράτη μέλη, και όχι η μείωση της συνεισφοράς των ελλειμματικών χωρών και η αντίστοιχη αύξηση των πλεονασματικών χωρών, που θα ήταν το ορθότερο και αποτελεσματικότερο, σηματοδοτώντας την μετατροπή της Ευρώπης σε ήπειρο της ύφεσης και ανεργίας που λειτουργεί αποσταθεροποιητικά για την παγκόσμια οικονομία. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση του ευρώ, υπό τη σκληρή γερμανική εποπτεία, στοχεύει στην ευθυγράμμισή του με τις παράλογες και αυθαίρετες απαιτήσεις και επιθυμίες των χρηματαγορών, ενώ η έννοια της Ευρώπης ως συλλογικής κοινότητας έχει προ πολλού αντικατασταθεί από αυτή των ατομικών κρατών, που είναι έρμαια των αγορών, απούσας οποιασδήποτε εταιρικής και κοινοτικής αλληλεγγύης. Η Ευρώπη σήμερα όχι μόνο δεν προστατεύει τις χώρες μέλη της από πιθανούς κινδύνους, αλλά τις παραδίδει χωρίς όπλα στις ορέξεις των αγορών, αφού δεν έχουν εργαλεία άσκησης νομισματικής πολιτικής με άμεση επίδραση στον δημοσιονομικό και χρηματοοικονομικό-χρηματοπιστωτικό τομέα.
Η ασθένεια, που προκαλεί τις κρίσεις υπερχρέωσης των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας-νότου, είναι η στρεβλή και νεοφιλελεύθερη δόμηση της ΟΝΕ και του κοινού νομίσματος ευρώ. Στην Ιρλανδία, τα τραπεζικά χρέη αναλήφθηκαν από το κράτος που τα μετακύλησε στους εργαζόμενους και φορολογούμενους. Στην Ισπανία, το κράτος επιβαρύνει με τη ‘διάσωση’ του χρεοκοπημένου ιδιωτικού τομέα τους εργαζόμενους και φορολογούμενους, και όχι τους ιδιώτες που με τις ακολουθηθείσες πρακτικές τους οδηγήθηκαν στη χρεοκοπία. Στην Ελλάδα, το κράτος ‘διασώζει’ τις τράπεζες που στη συνέχεια κερδοσκοπούν σε βάρος του, επιρρίπτοντας τα χρέη πάλι στον εργαζόμενο και φορολογούμενο. Στην Κύπρο, πλήττεται η αξιοπιστία των  τραπεζών και το κλίμα εμπιστοσύνης, με ‘κούρεμα’ των άνω των 100.000 ευρώ καταθέσεων, με συνέπεια το κράτος να επιρρίψει το κόστος ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών πάλι στον εργαζόμενο και φορολογούμενο. Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως της προέλευσης των χρεών, το κόστος επιρρίπτεται στα εισοδήματα της εργασίας, με συνέπεια τη συρρίκνωση-κατάρρευση της οικονομίας, την εκτίναξη της ανεργίας και τελικά τη διάσωση των θυτών με χρήματα των θυμάτων τους. Για τη σταθεροποίηση της ευρωζώνης, θα έπρεπε τα εμπορικά πλεονάσματα των χωρών του βορρά, που αποκόμισε από τις χώρες του νότου, να κυκλοφορούν ανακυκλούμενα και ακόμη και αν οι άνεργοι μετακινούνταν εντός της κοινής νομισματικής περιοχής, οι συνολικές θέσεις εργασίας να παρέμεναν τουλάχιστο αμετάβλητες και μη μειούμενες. Οι χώρες του βορρά, με κύρια τη Γερμανία, δεν ανακυκλώνουν τα εμπορικά τους πλεονάσματα, κατακρατώντας και αποθησαυρίζοντάς τα σε συνάλλαγμα και χρυσό, προκαλώντας την ύφεση. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας, διογκώνεται σε βάρος της πραγματικής οικονομίας και απασχόλησης και οι θέσεις εργασίας που εξαλείφονται στο νότο δεν μεταφέρονται στον βορρά. Η αποσύνθεση του νότου, επιφέρει οφέλη ανταγωνιστικότητας τιμών στον βορρά, λόγω του κοινού νομίσματος, που προσδοκάται να αξιοποιηθούν έναντι του υπόλοιπου κόσμου. Η επιλογή της ύφεσης για την Ευρώπη, όντας η μεγαλύτερη αγορά  παγκόσμια, συμπαρασύρει στα δικά της αδιέξοδα και τον υπόλοιπο κόσμο. Με αυτές τις πολιτικές ο ευρωπαϊκός βορράς, και ιδιαίτερα η Γερμανία, εγκαταλείπει βαθμιαία την εταιρική σχέση, ερχόμενος σε ευθεία αντιπαλότητα όχι μόνο με τις χώρες του νότου, αλλά με την παγκόσμια οικονομία.

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email : nikokal02@yahoo.gr, website :   www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου